εξασφαλίζω  Verb  [eksasfalizo, eksasfalizw]

Ähnliche Bedeutung wie εξασφαλίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εξασφαλίζω

... θητεία του έληγε, ο Αντώνιος προσπάθησε να περάσει νόμους που θα του εξασφάλιζαν τη διοίκηση της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας, η οποία του είχε αποδοθεί ...

... του στην έναρξη του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου 1970, εξασφαλίζοντας μια κοντινή εικόνα των παπουτσιών για το παγκόσμιο τηλεοπτικό κοινό ...

... τοποθετούσαν, επίσης, πατημένο χώμα, το οποίο δρούσε ως μονωτικό και εξασφάλιζε δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα. Τα δωμάτια του ισογείου χρησιμοποιούνταν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ich stelle sicher

... soll eine Eiche namens „More“ gestanden haben (Gen 12,6 EU). An dieser Stelle sei JHWH, der Gott Israels, Abraham erschienen und habe seinen Nachkommen ...

... Gesellschaftsordnung entscheiden können, aber selbst nicht wissen, an welcher Stelle dieser Ordnung sie sich später befinden werden, also unter einem „Schleier des Nichtwissens“ ...

... signifikanten Stellen als die erste von Null verschiedene Stelle bis zur Rundungsstelle. Diese ist die letzte Stelle, die nach dem Runden noch angegeben werden kann; ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΩ
I secure
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξασφαλίζωεξασφαλίζουμε, εξασφαλίζομεεξασφαλίζομαιεξασφαλιζόμαστε
εξασφαλίζειςεξασφαλίζετεεξασφαλίζεσαιεξασφαλίζεστε, εξασφαλιζόσαστε
εξασφαλίζειεξασφαλίζουν(ε)εξασφαλίζεταιεξασφαλίζονται
Imper
fekt
εξασφάλιζαεξασφαλίζαμεεξασφαλιζόμουν(α)εξασφαλιζόμαστε, εξασφαλιζόμασταν
εξασφάλιζεςεξασφαλίζατεεξασφαλιζόσουν(α)εξασφαλιζόσαστε, εξασφαλιζόσασταν
εξασφάλιζεεξασφάλιζαν, εξασφαλίζαν(ε)εξασφαλιζόταν(ε)εξασφαλίζονταν, εξασφαλιζόντανε, εξασφαλιζόντουσαν
Aoristεξασφάλισαεξασφαλίσαμεεξασφαλίστηκαεξασφαλιστήκαμε
εξασφάλισεςεξασφαλίσατεεξασφαλίστηκεςεξασφαλιστήκατε
εξασφάλισεεξασφάλισαν, εξασφαλίσαν(ε)εξασφαλίστηκεεξασφαλίστηκαν, εξασφαλιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξασφαλίσει
έχω εξασφαλισμένο
έχουμε εξασφαλίσει
έχουμε εξασφαλισμένο
έχω εξασφαλιστεί
είμαι εξασφαλισμένος, -η
έχουμε εξασφαλιστεί
είμαστε εξασφαλισμένοι, -ες
έχεις εξασφαλίσει
έχεις εξασφαλισμένο
έχετε εξασφαλίσει
έχετε εξασφαλισμένο
έχεις εξασφαλιστεί
είσαι εξασφαλισμένος, -η
έχετε εξασφαλιστεί
είστε εξασφαλισμένοι, -ες
έχει εξασφαλίσει
έχει εξασφαλισμένο
έχουν εξασφαλίσει
έχουν εξασφαλισμένο
έχει εξασφαλιστεί
είναι εξασφαλισμένος, -η, -ο
έχουν εξασφαλιστεί
είναι εξασφαλισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξασφαλίσει
είχα εξασφαλισμένο
είχαμε εξασφαλίσει
είχαμε εξασφαλισμένο
είχα εξασφαλιστεί
ήμουν εξασφαλισμένος, -η
είχαμε εξασφαλιστεί
ήμαστε εξασφαλισμένοι, -ες
είχες εξασφαλίσει
είχες εξασφαλισμένο
είχατε εξασφαλίσει
είχατε εξασφαλισμένο
είχες εξασφαλιστεί
ήσουν εξασφαλισμένος, -η
είχατε εξασφαλιστεί
ήσαστε εξασφαλισμένοι, -ες
είχε εξασφαλίσει
είχε εξασφαλισμένο
είχαν εξασφαλίσει
είχαν εξασφαλισμένο
είχε εξασφαλιστεί
ήταν εξασφαλισμένος, -η, -ο
είχαν εξασφαλιστεί
ήταν εξασφαλισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξασφαλίζωθα εξασφαλίζουμε, θα εξασφαλίζομεθα εξασφαλίζομαιθα εξασφαλιζόμαστε
θα εξασφαλίζειςθα εξασφαλίζετεθα εξασφαλίζεσαιθα εξασφαλίζεστε, θα εξασφαλιζόσαστε
θα εξασφαλίζειθα εξασφαλίζουν(ε)θα εξασφαλίζεταιθα εξασφαλίζονται
Fut
ur
θα εξασφαλίσωθα εξασφαλίσουμε, θα εξασφαλίζομεθα εξασφαλιστώθα εξασφαλιστούμε
θα εξασφαλίσειςθα εξασφαλίσετεθα εξασφαλιστείςθα εξασφαλιστείτε
θα εξασφαλίσειθα εξασφαλίσουν(ε)θα εξασφαλιστείθα εξασφαλιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξασφαλίσει
θα έχω εξασφαλισμένο
θα έχουμε εξασφαλίσει
θα έχουμε εξασφαλισμένο
θα έχω εξασφαλιστεί
θα είμαι εξασφαλισμένος, -η
θα έχουμε εξασφαλιστεί
θα είμαστε εξασφαλισμένοι, -ες
θα έχεις εξασφαλίσει
θα έχεις εξασφαλισμένο
θα έχετε εξασφαλίσει
θα έχετε εξασφαλισμένο
θα έχεις εξασφαλιστεί
θα είσαι εξασφαλισμένος, -η
θα έχετε εξασφαλιστεί
θα είστε εξασφαλισμένοι, -ες
θα έχει εξασφαλίσει
θα έχει εξασφαλισμένο
θα έχουν εξασφαλίσει
θα έχουν εξασφαλισμένο
θα έχει εξασφαλιστεί
θα είναι εξασφαλισμένος, -η, -ο
θα έχουν εξασφαλιστεί
θα είναι εξασφαλισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξασφαλίζωνα εξασφαλίζουμε, να εξασφαλίζομενα εξασφαλίζομαινα εξασφαλιζόμαστε
να εξασφαλίζειςνα εξασφαλίζετενα εξασφαλίζεσαινα εξασφαλίζεστε, να εξασφαλιζόσαστε
να εξασφαλίζεινα εξασφαλίζουν(ε)να εξασφαλίζεταινα εξασφαλίζονται
Aoristνα εξασφαλίσωνα εξασφαλίσουμε, να εξασφαλίσομενα εξασφαλιστώνα εξασφαλιστούμε
να εξασφαλίσειςνα εξασφαλίσετενα εξασφαλιστείςνα εξασφαλιστείτε
να εξασφαλίσεινα εξασφαλίσουν(ε)να εξασφαλιστείνα εξασφαλιστούν(ε)
Perfνα έχω εξασφαλίσει
να έχω εξασφαλισμένο
να έχουμε εξασφαλίσει
να έχουμε εξασφαλισμένο
να έχω εξασφαλιστεί
να είμαι εξασφαλισμένος, -η
να έχουμε εξασφαλιστεί
να είμαστε εξασφαλισμένοι, -ες
να έχεις εξασφαλίσει
να έχεις εξασφαλισμένο
να έχετε εξασφαλίσει
να έχετε εξασφαλισμένο
να έχεις εξασφαλιστεί
να είσαι εξασφαλισμένος, -η
να έχετε εξασφαλιστεί
να είστε εξασφαλισμένοι, -ες
να έχει εξασφαλίσει
να έχει εξασφαλισμένο
να έχουν εξασφαλίσει
να έχουν εξασφαλισμένο
να έχει εξασφαλιστεί
να είναι εξασφαλισμένος, -η, -ο
να έχουν εξασφαλιστεί
να είναι εξασφαλισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξασφάλιζεεξασφαλίζετεεξασφαλίζεστε
Aoristεξασφάλισεεξασφαλίστεεξασφαλίσουεξασφαλιστείτε
Part
izip
Presεξασφαλίζονταςεξασφαλιζόμενος
Perfέχοντας εξασφαλίσει, έχοντας εξασφαλισμένοεξασφαλισμένος, -η, -οεξασφαλισμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξασφαλίσειεξασφαλιστεί




Griechische Definition zu εξασφαλίζω

εξασφαλίζω [eksasfalízo] -ομαι : 1.προφυλάγω κτ. από τον ενδεχόμενο κίνδυνο να χαθεί, να πάθει ζημιά κτλ.: Aγόρασε ένα οικόπεδο για να εξασφαλίσει τα λεφτά του. || (παθ.) εξασφαλίζω τον εαυτό μου, τον προφυλάγω από κπ. κίνδυνο: Nα εξασφαλιστείς πριν του δανείσεις χρήματα. Δώσε μου κτ. ως ενέχυρο, για να είμαι εξασφαλισμένος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξασφαλίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15