ελπίζω  Verb  [elpizo, elpizw]

Ähnliche Bedeutung wie ελπίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ελπίζω

... τολμηρός αρχαιολόγος Zahi Hawass, μετά από μια εκπληκτική πρόοδο που σημείωσε «ελπίζω ότι μαζί με την Κλεοπάτρα θα ανακαλύψω και τον αγαπημένο της Ρωμαίο πολιτικό ...

... συγκεκριμένων πραγμάτων". Επίσης, όπως γράφει σε μια επιστολή του 1854: "Ελπίζω να κερδίζω πάντοτε τη ζωή μου ασκώντας την τέχνη μου χωρίς να απομακρυνθώ ...

... Σκοπός μου είναι να τον τραυματίσω. Ξέρω ότι ενδέχεται να τον σκοτώσω, αλλά ελπίζω απλά ότι μόνο θα τον τραυματίσω.). Ο ενδεχόμενος δόλος είναι το πιο δύσκολο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ich hoffe

... Wir werden heute Abend viel essen, ich hoffe also, dass du nicht auf Diät bist. ...

... Danke, ich werde mir Mühe geben, ich hoffe nur, dass ich dich nicht enttäuschen werde. ...

... Ja, ich hoffe sehr, dass mein Hamster noch lebt. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, al_ex_an_der

Grammatik


ΕΛΠΙΖΩ
I hope
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ελπίζωελπίζουμε, ελπίζομε
ελπίζειςελπίζετε
ελπίζειελπίζουν(ε)
Imper
fekt
έλπιζα, ήλπιζαελπίζαμε, ηλπίζαμε
έλπιζες, ήλπιζεςελπίζατε, ηλπίζατε
έλπιζε, ήλπιζεέλπιζαν, ήλπιζαν, ελπίζαν(ε), ηλπίζαν(ε)
Aoristέλπισα, ήλπισαελπίσαμε, ηλπίσαμε
έλπισες, ήλπισεςελπίσατε, ηλπίσατε
έλπισε, ήλπισεέλπισαν, ήλπισαν, ελπίσαν(ε), ηλπίσαν(ε)
Per
fect
έχω ελπίσειέχουμε ελπίσει
έχεις ελπίσειέχετε ελπίσει
έχει ελπίσειέχουν ελπίσει
Plu
per
fect
είχα ελπίσειείχαμε ελπίσει
είχες ελπίσειείχατε ελπίσει
είχε ελπίσειείχαν ελπίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ελπίζωθα ελπίζουμε, θα ελπίζομε
θα ελπίζειςθα ελπίζετε
θα ελπίζειθα ελπίζουν(ε)
Fut
ur
θα ελπίσωθα ελπίσουμε, θα ελπίζομε
θα ελπίσειςθα ελπίσετε
θα ελπίσειθα ελπίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ελπίσειθα έχουμε ελπίσει
θα έχεις ελπίσειθα έχετε ελπίσει
θα έχει ελπίσειθα έχουν ελπίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ελπίζωνα ελπίζουμε, να ελπίζομε
να ελπίζειςνα ελπίζετε
να ελπίζεινα ελπίζουν(ε)
Aoristνα ελπίσωνα ελπίσουμε, να ελπίσομε
να ελπίσειςνα ελπίσετε
να ελπίσεινα ελπίσουν(ε)
Perfνα έχω ελπίσεινα έχουμε ελπίσει
να έχεις ελπίσεινα έχετε ελπίσει
να έχει ελπίσεινα έχουν ελπίσει
Imper
ativ
Presέλπιζεελπίζετε
Aoristέλπισεελπίσετε
Part
izip
Presελπίζοντας
Perfέχοντας ελπίσει
InfinAoristελπίσει



Person Wortform
Präsens ich hoffe
du hoffst
er, sie, es hofft
Präteritum ich hoffte
Konjunktiv II ich hoffte
Imperativ Singular hoff!
hoffe!
Plural hofft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehofft haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hoffen


Griechische Definition zu ελπίζω

ελπίζω [elpízo] .1α αόρ. και ήλπισα, απαρέμφ. ελπίσει : 1α.είμαι, λίγο ή πολύ, βέβαιος ότι κτ. ευχάριστο ή επιθυμητό θα πραγματοποιηθεί: ελπίζω ότι θα επιστρέψω. ελπίζω να τελειώσω σύντομα. Ήλπισε πως όλα θα πάνε καλά. β. είμαι, λίγο ή πολύ, βέβαιος ότι δε θα συμβεί κτ. δυσάρεστο ή κακό: ελπίζω να μην αργήσεις, εύχομαι. Ήλπιζε ότι δε θα ήταν κτ. σοβαρό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ελπίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15