εκρήγνυμαι Verb  [ekrignime, ekrirnime, ekrhgnymai]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
hochgehen (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu εκρήγνυμαι

εκρήγνυμαι altgriechisch ἐκρήγνυμαι, Passiv von ἐκρήγνυμι ἐκ- + ῥήγνυμι proto-indogermanisch *wreh₁ǵ-


GriechischDeutsch
Με έκανε να εκρήγνυμαι αλλά, εδώ πάνω.Ich meine, sie hat mich zum explodieren gebracht, aber hier oben.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu εκρήγνυμαι

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκρήγνυμαιεκρηγνύμεθα
εκρήγνυσαιεκρήγνυσθε
εκρήγνυταιεκρήγνυνται
Imper
fekt
Aoristεξερράγηνεξερράγημεν
εξερράγηςεξερράγητε
εξερράγηεξερράγησαν
Per
fekt
έχω εκραγείέχουμε εκραγεί
έχεις εκραγείέχετε εκραγεί
έχει εκραγείέχουν εκραγεί
Plu
per
fekt
είχα εκραγείείχαμε εκραγεί
είχες εκραγείείχατε εκραγεί
είχε εκραγείείχαν εκραγεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκρήγνυμαιθα εκρηγνύμεθα
θα εκρήγνυσαιθα εκρήγνυσθε
θα εκρήγνυταιθα εκρήγνυνται
Fut
ur
θα εκραγώθα εκραγούμε
θα εκραγείςθα εκραγείτε
θα εκραγείθα εκραγούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκραγείθα έχουμε εκραγεί
θα έχεις εκραγείθα έχετε εκραγεί
θα έχει εκραγείθα έχουν εκραγεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκρήγνυμαινα εκρηγνύμεθα
να εκρήγνυσαινα εκρήγνυσθε
να εκρήγνυταινα εκρήγνυνται
Aoristνα εκραγώνα εκραγούμε
να εκραγείςνα εκραγείτε
να εκραγείνα εκραγούν(ε)
Perfνα έχω εκραγείνα έχουμε εκραγεί
να έχεις εκραγείνα έχετε εκραγεί
να έχει εκραγείνα έχουν εκραγεί
Imper
ativ
Presεκρήγνυσθε
Aoristεκραγείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristεκραγεί





PersonWortform
Präsensich
du
er, sie, esverpufft
Präteritumer, sie, esverpuffte
Konjunktiv IIer, sie, esverpuffte
ImperativSingular
Plural
PerfektPartizip IIHilfsverb
verpufftsein
Alle weiteren Formen: Flexion:verpuffen







Griechische Definition zu εκρήγνυμαι

εκρήγνυμαι [ekríγnime] Ρ αόρ. εξερράγην, απαρέμφ. εκραγεί : (λόγ.) 1α. για ουσίες που παθαίνουν έκρηξη: H πυρίτιδα, ανάλογα με τις συνθήκες ανάφλεξής της, εκρήγνυται ή εκπυρσοκροτεί. β. θραύομαι, κομματιάζομαι, επειδή εκρήγνυται η ουσία την οποία περιέχω· σκάζω: Εξερράγη οβίδα / βλήμα. Εξερράγησαν δύο αυτοσχέδιες βόμβες. Εξερράγη φιάλη υγραερίου. || παθαίνω έκρηξη εξαιτίας εσωτερικής δύναμης, πίεσης: Εξερράγη λέβητας / ατμολέβητας / θερμοσίφωνας. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback