εκρήγνυμαι  Verb  [ekrignime, ekrirnime, ekrhgnymai]

Ähnliche Bedeutung wie εκρήγνυμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze verpuffen

... sind hochexplosiv, die Azide der Alkali- und Erdalkalimetalle hingegen verpuffen nur bei starker Hitzeeinwirkung, nachdem sie bereits geschmolzen sind ...

... mit viel Situationskomik und teils berührender Bildpoesie inszeniert, verpuffen die vertiefenden Ansätze rasch in vordergründigem Klamauk.“ – Lexikon ...

... explodiert, wodurch ein Großteil des Gasschlags außerhalb des Flugzeugs verpuffen würde. Stattdessen bewirkt diese Zünderart eine minimale Verzögerung, ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΚΡΗΓΝΥΜΑΙ
I explode
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκρήγνυμαιεκρηγνύμεθα
εκρήγνυσαιεκρήγνυσθε
εκρήγνυταιεκρήγνυνται
Imper
fekt
Aoristεξερράγηνεξερράγημεν
εξερράγηςεξερράγητε
εξερράγηεξερράγησαν
Per
fect
έχω εκραγείέχουμε εκραγεί
έχεις εκραγείέχετε εκραγεί
έχει εκραγείέχουν εκραγεί
Plu
per
fect
είχα εκραγείείχαμε εκραγεί
είχες εκραγείείχατε εκραγεί
είχε εκραγείείχαν εκραγεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκρήγνυμαιθα εκρηγνύμεθα
θα εκρήγνυσαιθα εκρήγνυσθε
θα εκρήγνυταιθα εκρήγνυνται
Fut
ur
θα εκραγώθα εκραγούμε
θα εκραγείςθα εκραγείτε
θα εκραγείθα εκραγούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκραγείθα έχουμε εκραγεί
θα έχεις εκραγείθα έχετε εκραγεί
θα έχει εκραγείθα έχουν εκραγεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκρήγνυμαινα εκρηγνύμεθα
να εκρήγνυσαινα εκρήγνυσθε
να εκρήγνυταινα εκρήγνυνται
Aoristνα εκραγώνα εκραγούμε
να εκραγείςνα εκραγείτε
να εκραγείνα εκραγούν(ε)
Perfνα έχω εκραγείνα έχουμε εκραγεί
να έχεις εκραγείνα έχετε εκραγεί
να έχει εκραγείνα έχουν εκραγεί
Imper
ativ
Presεκρήγνυσθε
Aoristεκραγείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristεκραγεί



Person Wortform
Präsens ich
du
er, sie, es verpufft
Präteritum er, sie, es verpuffte
Konjunktiv II er, sie, es verpuffte
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
verpufft sein
Alle weiteren Formen: Flexion:verpuffen








Griechische Definition zu εκρήγνυμαι

εκρήγνυμαι [ekríγnime] Ρ αόρ. εξερράγην, απαρέμφ. εκραγεί : (λόγ.) 1α. για ουσίες που παθαίνουν έκρηξη: H πυρίτιδα, ανάλογα με τις συνθήκες ανάφλεξής της, εκρήγνυται ή εκπυρσοκροτεί. β. θραύομαι, κομματιάζομαι, επειδή εκρήγνυται η ουσία την οποία περιέχω· σκάζω: Εξερράγη οβίδα / βλήμα. Εξερράγησαν δύο αυτοσχέδιες βόμβες. Εξερράγη φιάλη υγραερίου. || παθαίνω έκρηξη εξαιτίας εσωτερικής δύναμης, πίεσης: Εξερράγη λέβητας / ατμολέβητας / θερμοσίφωνας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκρήγνυμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15