εκδηλώνω  Verb  [ekdilono, ekthilono, ekdhlwnw]

Ähnliche Bedeutung wie εκδηλώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze bekunden

... Immer und überall seinen guten Willen zu bekunden ist ein Zeichen von Willensschwäche. ...

... oberdeutsch Glifter) ist eine heute überkommene Bezeichnung, mit der man die Abfälligkeit gegenüber einer Person oder mehreren Personen bekunden möchte. Der Begriff ...

... Willenserklärungen von Verhandlungspartnern verstanden, die das Interesse an Verhandlungen oder am Abschluss eines Vertrags bekunden sollen. Die Erklärungen werden ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΕΚΔΗΛΩΝΩ
I show
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκδηλώνωεκδηλώνουμε, εκδηλώνομεεκδηλώνομαιεκδηλωνόμαστε
εκδηλώνειςεκδηλώνετεεκδηλώνεσαιεκδηλώνεστε, εκδηλωνόσαστε
εκδηλώνειεκδηλώνουν(ε)εκδηλώνεταιεκδηλώνονται
Imper
fekt
εκδήλωναεκδηλώναμεεκδηλωνόμουν(α)εκδηλωνόμαστε, εκδηλωνόμασταν
εκδήλωνεςεκδηλώνατεεκδηλωνόσουν(α)εκδηλωνόσαστε, εκδηλωνόσασταν
εκδήλωνεεκδήλωναν, εκδηλώναν(ε)εκδηλωνόταν(ε)εκδηλώνονταν, εκδηλωνόντανε, εκδηλωνόντουσαν
Aoristεκδήλωσαεκδηλώσαμεεκδηλώθηκαεκδηλωθήκαμε
εκδήλωσεςεκδηλώσατεεκδηλώθηκεςεκδηλωθήκατε
εκδήλωσεεκδήλωσαν, εκδηλώσαν(ε)εκδηλώθηκεεκδηλώθηκαν, εκδηλωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εκδηλώσει
έχω εκδηλωμένο
έχουμε εκδηλώσει
έχουμε εκδηλωμένο
έχω εκδηλωθεί
είμαι εκδηλωμένος, -η
έχουμε εκδηλωθεί
είμαστε εκδηλωμένοι, -ες
έχεις εκδηλώσει
έχεις εκδηλωμένο
έχετε εκδηλώσει
έχετε εκδηλωμένο
έχεις εκδηλωθεί
είσαι εκδηλωμένος, -η
έχετε εκδηλωθεί
είστε εκδηλωμένοι, -ες
έχει εκδηλώσει
έχει εκδηλωμένο
έχουν εκδηλώσει
έχουν εκδηλωμένο
έχει εκδηλωθεί
είναι εκδηλωμένος, -η, -ο
έχουν εκδηλωθεί
είναι εκδηλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εκδηλώσει
είχα εκδηλωμένο
είχαμε εκδηλώσει
είχαμε εκδηλωμένο
είχα εκδηλωθεί
ήμουν εκδηλωμένος, -η
είχαμε εκδηλωθεί
ήμαστε εκδηλωμένοι, -ες
είχες εκδηλώσει
είχες εκδηλωμένο
είχατε εκδηλώσει
είχατε εκδηλωμένο
είχες εκδηλωθεί
ήσουν εκδηλωμένος, -η
είχατε εκδηλωθεί
ήσαστε εκδηλωμένοι, -ες
είχε εκδηλώσει
είχε εκδηλωμένο
είχαν εκδηλώσει
είχαν εκδηλωμένο
είχε εκδηλωθεί
ήταν εκδηλωμένος, -η, -ο
είχαν εκδηλωθεί
ήταν εκδηλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκδηλώνωθα εκδηλώνουμε, θα εκδηλώνομεθα εκδηλώνομαιθα εκδηλωνόμαστε
θα εκδηλώνειςθα εκδηλώνετεθα εκδηλώνεσαιθα εκδηλώνεστε, θα εκδηλωνόσαστε
θα εκδηλώνειθα εκδηλώνουν(ε)θα εκδηλώνεταιθα εκδηλώνονται
Fut
ur
θα εκδηλώσωθα εκδηλώσουμε, θα εκδηλώσομεθα εκδηλωθώθα εκδηλωθούμε
θα εκδηλώσειςθα εκδηλώσετεθα εκδηλωθείςθα εκδηλωθείτε
θα εκδηλώσειθα εκδηλώσουνθα εκδηλωθείθα εκδηλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκδηλώσει
θα έχω εκδηλωμένο
θα έχουμε εκδηλώσει
θα έχουμε εκδηλωμένο
θα έχω εκδηλωθεί
θα είμαι εκδηλωμένος, -η
θα έχουμε εκδηλωθεί
θα είμαστε εκδηλωμένοι, -ες
θα έχεις εκδηλώσει
θα έχεις εκδηλωμένο
θα έχετε εκδηλώσει
θα έχετε εκδηλωμένο
θα έχεις εκδηλωθεί
θα είσαι εκδηλωμένος, -η
θα έχετε εκδηλωθεί
θα είστε εκδηλωμένοι, -ες
θα έχει εκδηλώσει
θα έχει εκδηλωμένο
θα έχουν εκδηλώσει
θα έχουν εκδηλωμένο
θα έχει εκδηλωθεί
θα είναι εκδηλωμένος, -η, -ο
θα έχουν εκδηλωθεί
θα είναι εκδηλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκδηλώνωνα εκδηλώνουμε, να εκδηλώνομενα εκδηλώνομαινα εκδηλωνόμαστε
να εκδηλώνειςνα εκδηλώνετενα εκδηλώνεσαινα εκδηλώνεστε, να εκδηλωνόσαστε
να εκδηλώνεινα εκδηλώνουν(ε)να εκδηλώνεταινα εκδηλώνονται
Aoristνα εκδηλώσωνα εκδηλώσουμε, να εκδηλώσομενα εκδηλωθώνα εκδηλωθούμε
να εκδηλώσειςνα εκδηλώσετενα εκδηλωθείςνα εκδηλωθείτε
να εκδηλώσεινα εκδηλώσουν(ε)να εκδηλωθείνα εκδηλωθούν(ε)
Perfνα έχω εκδηλώσει
να έχω εκδηλωμένο
να έχουμε εκδηλώσει
να έχουμε εκδηλωμένο
να έχω εκδηλωθεί
να είμαι εκδηλωμένος, -η
να έχουμε εκδηλωθεί
να είμαστε εκδηλωμένοι, -ες
να έχεις εκδηλώσει
να έχεις εκδηλωμένο
να έχετε εκδηλώσει
να έχετε εκδηλωμένο
να έχεις εκδηλωθεί
να είσαι εκδηλωμένος, -η
να έχετε εκδηλωθεί
να είστε εκδηλωμένοι, -ες
να έχει εκδηλώσει
να έχει εκδηλωμένο
να έχουν εκδηλώσει
να έχουν εκδηλωμένο
να έχει εκδηλωθεί
να είναι εκδηλωμένος, -η, -ο
να έχουν εκδηλωθεί
να είναι εκδηλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεκδήλωνεεκδηλώνετεεκδηλώνεστε
Aoristεκδήλωσεεκδηλώστε, εκδηλώσετεεκδηλώσουεκδηλωθείτε
Part
izip
Presεκδηλώνοντας
Perfέχοντας εκδηλώσει, έχοντας εκδηλωμένοεκδηλωμένος, -η, -οεκδηλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristεκδηλώσειεκδηλωθεί




Griechische Definition zu εκδηλώνω

εκδηλώνω [ekδilóno] -ομαι : 1. με λόγο ή με συμπεριφορά, φανερώνω ένα συναίσθημά μου, μια διάθεσή μου, μια σκέψη μου· εκφράζω: εκδηλώνω την αγάπη μου / τη χαρά μου / τη θλίψη μου / τη συμπάθειά μου / την αγανάκτησή μου / την οργή μου. εκδηλώνω μια επιθυμία / μια πρόθεση. εκδηλώνω ενδιαφέρον για κτ. Aπέφυγε να εκδηλώσει τις πραγματικές του προθέσεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκδηλώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15