δωροδοκώ  Verb  [dorodoko, thorothoko, dwrodokw]

Ähnliche Bedeutung wie δωροδοκώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze bestechen

... Herr Koop wäre der letzte, der sich bestechen ließe. ...

... Der Polizist hat sich bestechen lassen. ...

... Oberhaupt, fürchten sich vor diesem Besuch. Schließlich hat jeder von ihnen Dreck am Stecken: Sie lassen sich schmieren, bestechen oder erfüllen ihre Aufgaben ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΩΡΟΔΟΚΩ
I bribe
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δωροδοκώδωροδοκούμεδωροδοκούμαιδωροδοκούμαστε
δωροδοκείςδωροδοκείτεδωροδοκείσαιδωροδοκείστε
δωροδοκείδωροδοκούν(ε)δωροδοκείταιδωροδοκούνται
Imper
fekt
δωροδοκούσαδωροδοκούσαμεδωροδοκούμουνδωροδοκούμαστε
δωροδοκούσεςδωροδοκούσατε
δωροδοκούσεδωροδοκούσαν(ε)δωροδοκούνταν, δωροδοκείτοδωροδοκούνταν, δωροδοκούντο
Aoristδωροδόκησαδωροδοκήσαμεδωροδοκήθηκαδωροδοκηθήκαμε
δωροδόκησεςδωροδοκήσατεδωροδοκήθηκεςδωροδοκηθήκατε
δωροδόκησεδωροδόκησαν, δωροδοκήσαν(ε)δωροδοκήθηκεδωροδοκήθηκαν, δωροδοκηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω δωροδοκήσει
έχω δωροδοκημένο
έχουμε δωροδοκήσει
έχουμε δωροδοκημένο
έχω δωροδοκηθεί
είμαι δωροδοκημένος, -η
έχουμε δωροδοκηθεί
είμαστε δωροδοκημένοι, -ες
έχεις δωροδοκήσει
έχεις δωροδοκημένο
έχετε δωροδοκήσει
έχετε δωροδοκημένο
έχεις δωροδοκηθεί
είσαι δωροδοκημένος, -η
έχετε δωροδοκηθεί
είστε δωροδοκημένοι, -ες
έχει δωροδοκήσει
έχει δωροδοκημένο
έχουν δωροδοκήσει
έχουν δωροδοκημένο
έχει δωροδοκηθεί
είναι δωροδοκημένος, -η, -ο
έχουν δωροδοκηθεί
είναι δωροδοκημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα δωροδοκήσει
είχα δωροδοκημένο
είχαμε δωροδοκήσει
είχαμε δωροδοκημένο
είχα δωροδοκηθεί
ήμουν δωροδοκημένος, -η
είχαμε δωροδοκηθεί
ήμαστε δωροδοκημένοι, -ες
είχες δωροδοκήσει
είχες δωροδοκημένο
είχατε δωροδοκήσει
είχατε δωροδοκημένο
είχες δωροδοκηθεί
ήσουν δωροδοκημένος, -η
είχατε δωροδοκηθεί
ήσαστε δωροδοκημένοι, -ες
είχε δωροδοκήσει
είχε δωροδοκημένο
είχαν δωροδοκήσει
είχαν δωροδοκημένο
είχε δωροδοκηθεί
ήταν δωροδοκημένος, -η, -ο
είχαν δωροδοκηθεί
ήταν δωροδοκημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δωροδοκώθα δωροδοκούμεθα δωροδοκούμαιθα δωροδοκούμαστε
θα δωροδοκείςθα δωροδοκείτεθα δωροδοκείσαιθα δωροδοκείστε
θα δωροδοκείθα δωροδοκούν(ε)θα δωροδοκείταιθα δωροδοκούνται
Fut
ur
θα δωροδοκήσωθα δωροδοκήσουμεθα δωροδοκηθώθα δωροδοκηθούμε
θα δωροδοκήσειςθα δωροδοκήσετεθα δωροδοκηθείςθα δωροδοκηθείτε
θα δωροδοκήσειθα δωροδοκήσουν(ε)θα δωροδοκηθείθα δωροδοκηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δωροδοκήσει
θα έχω δωροδοκημένο
θα έχουμε δωροδοκήσει
θα έχουμε δωροδοκημένο
θα έχω δωροδοκηθεί
θα είμαι δωροδοκημένος, -η
θα έχουμε δωροδοκηθεί
θα είμαστε δωροδοκημένοι, -ες
θα έχεις δωροδοκήσει
θα έχεις δωροδοκημένο
θα έχετε δωροδοκήσει
θα έχετε δωροδοκημένο
θα έχεις δωροδοκηθεί
θα είσαι δωροδοκημένος, -η
θα έχετε δωροδοκηθεί
θα είστε δωροδοκημένοι, -η
θα έχει δωροδοκήσει
θα έχει δωροδοκημένο
θα έχουν δωροδοκήσει
θα έχουν δωροδοκημένο
θα έχει δωροδοκηθεί
θα είναι δωροδοκημένος, -η, -ο
θα έχουν δωροδοκηθεί
θα είναι δωροδοκημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δωροδοκώνα δωροδοκούμενα δωροδοκούμαινα δωροδοκούμαστε
να δωροδοκείςνα δωροδοκείτενα δωροδοκείσαινα δωροδοκείστε
να δωροδοκείνα δωροδοκούν(ε)να δωροδοκείταινα δωροδοκούνται
Aoristνα δωροδοκήσωνα δωροδοκήσουμε, να δωροδοκήσομενα δωροδοκηθώνα δωροδοκηθούμε
να δωροδοκήσειςνα δωροδοκήσετενα δωροδοκηθείςνα δωροδοκηθείτε
να δωροδοκήσεινα δωροδοκήσουν(ε)να δωροδοκηθείνα δωροδοκηθούν(ε)
Perfνα έχω δωροδοκήσει
να έχω δωροδοκημένο
να έχουμε δωροδοκήσει
να έχουμε δωροδοκημένο
να έχω δωροδοκηθεί
να είμαι δωροδοκημένος, -η
να έχουμε δωροδοκηθεί
να είμαστε δωροδοκημένοι, -ες
να έχεις δωροδοκήσει
να έχεις δωροδοκημένο
να έχετε δωροδοκήσει
να έχετε δωροδοκημένο
να έχεις δωροδοκηθεί
να είσαι δωροδοκημένος, -η
να έχετε δωροδοκηθεί
να είστε δωροδοκημένοι, -ες
να έχει δωροδοκήσει
να έχει δωροδοκημένο
να έχουν δωροδοκήσει
να έχουν δωροδοκημένο
να έχει δωροδοκηθεί
να είναι δωροδοκημένος, -η, -ο
να έχουν δωροδοκηθεί
να είναι δωροδοκημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδωροδοκείτεδωροδοκείστε
Aoristδωροδόκησεδωροδοκήστε, δωροδοκήσετεδωροδοκήσουδωροδοκηθείτε
Part
izip
Presδωροδοκώντας
Perfέχοντας δωροδοκήσει, έχοντας δωροδοκημένοδωροδοκημένος, -η, -οδωροδοκημένοι, -ες, -α
InfinAoristδωροδοκήσειδωροδοκηθεί




Griechische Definition zu δωροδοκώ

δωροδοκώ [δoroδokó] -ούμαι : προσφέρω σε κπ., συνήθ. σε δημόσιο λειτουργό, χρήματα ή κάποιο άλλο δώρο, για να παραβεί το καθήκον του και παρανομώντας να δώσει ευνοϊκή λύση σε κάποια υπόθεσή μου: Επιχείρησε να δωροδοκήσει τον έφορο. Δωροδόκησε τους μάρτυρες, για να κερδίσει τη δίκη.

[λόγ. < ελνστ. δωροδοκῶ, αρχ. σημ.: `δέχομαι δώρα΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δωροδοκώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15