δυσφημώ Verb  [disfimo, thisfimo, dysfhmw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
(0)

Etymologie zu δυσφημώ

δυσφημώ altgriechisch δυσφημέω, -ῶ δυσ- + φήμη


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.


Grammatik

Grammatik zu δυσφημώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
dysfimizo">δυσφημώδυσφημούμεδυσφημούμαιδυσφημούμαστε
δυσφημείςδυσφημείτεδυσφημείσαιδυσφημείστε
δυσφημείδυσφημούν(ε)δυσφημείταιδυσφημούνται
Imper
fekt
δυσφημούσαδυσφημούσαμεδυσφημόμουνδυσφημόμαστε
δυσφημούσεςδυσφημούσατεδυσφημόσουνδυσφημόσαστε
δυσφημούσεδυσφημούσαν(ε)δυσφημόνταν, (δυσφημείτο)δυσφημόνταν, (δυσφημούντο)
Aoristδυσφήμησαδυσφημήσαμεδυσφημήθηκαδυσφημηθήκαμε
δυσφήμησεςδυσφημήσατεδυσφημήθηκεςδυσφημηθήκατε
δυσφήμησεδυσφήμησαν, δυσφημήσαν(ε)δυσφημήθηκεδυσφημήθηκαν, δυσφημηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω δυσφημήσει
έχω δυσφημησμένο
έχουμε δυσφημήσει
έχουμε δυσφημησμένο
έχω δυσφημηθεί
είμαι δυσφημησμένος, -η
έχουμε δυσφημηθεί
είμαστε δυσφημησμένοι, -ες
έχεις δυσφημήσει
έχεις δυσφημησμένο
έχετε δυσφημήσει
έχετε δυσφημησμένο
έχεις δυσφημηθεί
είσαι δυσφημησμένος, -η
έχετε δυσφημηθεί
είστε δυσφημησμένοι, -ες
έχει δυσφημήσει
έχει δυσφημησμένο
έχουν δυσφημήσει
έχουν δυσφημησμένο
έχει δυσφημηθεί
είναι δυσφημησμένος, -η, -ο
έχουν δυσφημηθεί
είναι δυσφημησμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα δυσφημήσει
είχα δυσφημησμένο
είχαμε δυσφημήσει
είχαμε δυσφημησμένο
είχα δυσφημηθεί
ήμουν δυσφημησμένος, -η
είχαμε δυσφημηθεί
ήμαστε δυσφημησμένοι, -ες
είχες δυσφημήσει
είχες δυσφημησμένο
είχατε δυσφημήσει
είχατε δυσφημησμένο
είχες δυσφημηθεί
ήσουν δυσφημησμένος, -η
είχατε δυσφημηθεί
ήσαστε δυσφημησμένοι, -ες
είχε δυσφημήσει
είχε δυσφημησμένο
είχαν δυσφημήσει
είχαν δυσφημησμένο
είχε δυσφημηθεί
ήταν δυσφημησμένος, -η, -ο
είχαν δυσφημηθεί
ήταν δυσφημησμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δυσφημώθα δυσφημούμεθα δυσφημούμαιθα δυσφημούμαστε
θα δυσφημείςθα δυσφημείτεθα δυσφημείσαιθα δυσφημείστε
θα δυσφημείθα δυσφημούν(ε)θα δυσφημείταιθα δυσφημούνται
Fut
ur
θα δυσφημήσωθα δυσφημήσουμεθα δυσφημηθώθα δυσφημηθούμε
θα δυσφημήσειςθα δυσφημήσετεθα δυσφημηθείςθα δυσφημηθείτε
θα δυσφημήσειθα δυσφημήσουν(ε)θα δυσφημηθείθα δυσφημηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δυσφημήσει
θα έχω δυσφημησμένο
θα έχουμε δυσφημήσει
θα έχουμε δυσφημησμένο
θα έχω δυσφημηθεί
θα είμαι δυσφημησμένος, -η
θα έχουμε δυσφημηθεί
θα είμαστε δυσφημησμένοι, -ες
θα έχεις δυσφημήσει
θα έχεις δυσφημησμένο
θα έχετε δυσφημήσει
θα έχετε δυσφημησμένο
θα έχεις δυσφημηθεί
θα είσαι δυσφημησμένος, -η
θα έχετε δυσφημηθεί
θα είστε δυσφημησμένοι, -η
θα έχει δυσφημήσει
θα έχει δυσφημησμένο
θα έχουν δυσφημήσει
θα έχουν δυσφημησμένο
θα έχει δυσφημηθεί
θα είναι δυσφημησμένος, -η, -ο
θα έχουν δυσφημηθεί
θα είναι δυσφημησμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δυσφημώνα δυσφημούμενα δυσφημούμαινα δυσφημούμαστε
να δυσφημείςνα δυσφημείτενα δυσφημείσαινα δυσφημείστε
να δυσφημείνα δυσφημούν(ε)να δυσφημείταινα δυσφημούνται
Aoristνα δυσφημήσωνα δυσφημήσουμε, να δυσφημήσομενα δυσφημηθώνα δυσφημηθούμε
να δυσφημήσειςνα δυσφημήσετενα δυσφημηθείςνα δυσφημηθείτε
να δυσφημήσεινα δυσφημήσουν(ε)να δυσφημηθείνα δυσφημηθούν(ε)
Perfνα έχω δυσφημήσει
να έχω δυσφημησμένο
να έχουμε δυσφημήσει
να έχουμε δυσφημησμένο
να έχω δυσφημηθεί
να είμαι δυσφημησμένος, -η
να έχουμε δυσφημηθεί
να είμαστε δυσφημησμένοι, -ες
να έχεις δυσφημήσει
να έχεις δυσφημησμένο
να έχετε δυσφημήσει
να έχετε δυσφημησμένο
να έχεις δυσφημηθεί
να είσαι δυσφημησμένος, -η
να έχετε δυσφημηθεί
να είστε δυσφημησμένοι, -ες
να έχει δυσφημήσει
να έχει δυσφημησμένο
να έχουν δυσφημήσει
να έχουν δυσφημησμένο
να έχει δυσφημηθεί
να είναι δυσφημησμένος, -η, -ο
να έχουν δυσφημηθεί
να είναι δυσφημησμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Pres
Aoristδυσφήμησεδυσφημήστε
Part
izip
Presδυσφημώντας
Perfέχοντας δυσφημήσει, έχοντας δυσφημησμένοδυσφημησμένος, -η, -οδυσφημησμένοι, -ες, -α
InfinAoristδυσφημήσειδυσφημηθεί







Griechische Definition zu δυσφημώ

δυσφημώ [δisfimó] -ούμαι : ισχυρίζομαι ή διαδίδω κτ. που μπορεί να βλάψει την τιμή, την υπόληψη ή τα οικονομικά συμφέροντα κάποιου: H αποτυχία των μαθητών μας δυσφημεί το σχολείο μας. Γίνεται προσπάθεια να δυσφημιστεί η χώρα μας διεθνώς. Οι ανταγωνιστές του δυσφημούν τα προϊόντα της εταιρείας του.

[λόγ. < ελνστ. δυσφημῶ, αρχ. σημ.: `λέω κακοσήμαδα λόγια΄· λόγ. δυσφημ(ώ) μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. δυσφημησ-]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback