διψώ  Verb  [dipso, thipso, dipsw]

Ähnliche Bedeutung wie διψώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διψώ

... ομοιοκαταληξίας: Όταν ο ήχος είναι ίδιος μόνο στο τελευταίο τονισμένο φωνήεν: διψώ –στεγνό Όταν περιλαμβάνει την τελευταία συλλαβή: κοιτά -μετά Όταν εκτείνεται ...

... Η «Ημέρα της Δίψας» (αραβικά: ﻳﻮﻢ ﺍلعطش‎, Yawm al-aṭash) είναι η παραδοσιακή ονομασία, στην αραβική ιστοριογραφία, της μάχης που δόθηκε το 724 μεταξύ ...

... Γιατί ανεγείραμε τη σημαία μας, τη σημαία που μας κόστισε ακριβά με πολύ δίψα και πόνο. Η σημαία μας, που χρώματά της είναι το αιώνιο πράσινο της γης, ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze dürsten

... Leere Gehirne dürsten nach Lärm. ...

... Die Pflanzen dürsten nach Wasser. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΔΙΨΩ
I am thirsty
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διψάω, διψώδιψάμε, διψούμε
διψάςδιψάτε
διψάει, διψάδιψάν(ε), διψούν(ε)
Imper
fekt
διψούσα, δίψαγαδιψούσαμε, διψάγαμε
διψούσες, δίψαγεςδιψούσατε, διψάγατε
διψούσε, δίψαγεδιψούσαν(ε), δίψαγαν, διψάγανε
Aoristδίψασαδιψάσαμε
δίψασεςδιψάσατε
δίψασεδίψασαν, διψάσαν(ε)
Perf
ekt
έχω διψάσειέχουμε διψάσει
έχεις διψάσειέχετε διψάσει
έχει διψάσειέχουν διψάσει
Plu
perf
ekt
είχα διψάσειείχαμε διψάσει
είχες διψάσειείχατε διψάσει
είχε διψάσειείχαν διψάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διψάω, θα διψώθα διψάμε, θα διψούμε
θα διψάςθα διψάτε
θα διψάει, θα διψάθα διψάν(ε), θα διψούν(ε)
Fut
ur
θα διψάσωθα διψάσουμε, θα διψάσομε
θα διψάσειςθα διψάσετε
θα διψάσειθα διψάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διψάσειθα έχουμε διψάσει
θα έχεις διψάσειθα έχετε διψάσει
θα έχει διψάσειθα έχουν διψάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διψάω, να διψώνα διψάμε, να διψούμε
να διψάςνα διψάτε
να διψάει, να διψάνα διψάν(ε), να διψούν(ε)
Aoristνα διψάσωνα διψάσουμε, να διψάσομε
να διψάσειςνα διψάσετε
να διψάσεινα διψάσουν(ε)
Perfνα έχω διψάσεινα έχουμε διψάσει
να έχεις διψάσεινα έχετε διψάσει
να έχει διψάσεινα έχουν διψάσει
Imper
ativ
Presδίψα, δίψαγεδιψάτε
Aoristδίψασε, δίψαδιψάστε
Part
izip
Presδιψώντας
Perfδιψασμένος, -η, -οδιψασμένοι, -ες, -α
έχοντας διψάσει
InfinAoristδιψάσει






Griechische Definition zu διψώ

διψώ [δipsó] & -άω .4α μππ. διψασμένος : 1α. αισθάνομαι την ανάγκη να πιω νερό ή κάποιο άλλο αναψυκτικό. || (προφ.) θέλω να πιω κάποιο οινοπνευματώδες ποτό. || (προφ.) για κτ. αλμυρό που φέρνει δίψα: Mε δίψασε το παστό ψάρι. β. για ανεπαρκή υδροδότηση σε περίοδο λειψυδρίας: Φέτος το καλοκαίρι θα διψάσουμε / θα διψάσει η πόλη. γ. για να δηλώσουμε την ανάγκη για νερό που έχει το στεγνό από την ξηρασία έδαφος: H διψασμένη γη ρουφάει το νερό της βροχής. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διψώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15