διαψεύδω  Verb  [diapsevdo, thiapsevtho, diapseydw]

Ähnliche Bedeutung wie διαψεύδω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαψεύδω

... Πετρούπολη , στις 4/16 Ιανουαρίου 1819, παρακαλεί τον δεύτερο στην Οδησσό να διαψεύδει κάθε πληροφορία ή φήμη ότι ο Καποδίστριας ήταν μέλος ή συμπαθούσε τις ...

... κατά τους χρονογράφους συνετέλεσε στην εκλογή του. Βεβαίως, το ποσό αυτό διαψεύδει και τη θεωρία περί συνεχούς πλειοδοσίας για εκλογή στο αξίωμα, καθώς από ...

... Χριστιανοί. Οι φίλιες μεγάλες στοές της «Ενωμένης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας» διαψεύδουν τις αξιώσεις της Εκκλησίας και δηλώνουν πως εμμένουν σαφώς στην αρχή τους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bestreiten

... Die Kommunisten bestreiten die Existenz Gottes. ...

... Räumen Sie das ein oder bestreiten Sie es? ...

... darin die vom Beklagten vorgetragenen Tatsachen entweder nicht bestreiten oder zugestehen, bestreiten und für unerheblich erklären.Er kann aber auch ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΑΨΕΥΔΩ
I deny
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαψεύδωδιαψεύδουμε, διαψεύδομεδιαψεύδομαιδιαψευδόμαστε
διαψεύδειςδιαψεύδετεδιαψεύδεσαιδιαψεύδεστε, διαψευδόσαστε
διαψεύδειδιαψεύδουν(ε)διαψεύδεταιδιαψεύδονται
Imper
fekt
διέψευδαδιαψεύδαμεδιαψευδόμουν(α)διαψευδόμαστε
διέψευδεςδιαψεύδατεδιαψευδόσουν(α)διαψευδόσαστε
διέψευδεδιέψευδαν, διαψεύδαν(ε)διαψευδόταν(ε)διαψεύδονταν
Aoristδιέψευσαδιαψεύσαμεδιαψεύστηκαδιαψευστήκαμε
διέψευσεςδιαψεύσατεδιαψεύστηκεςδιαψευστήκατε
διέψευσεδιέψευσαν, διαψεύσαν(ε)διαψεύστηκεδιαψεύστηκαν, διαψευστήκαν(ε)
Per
fect
έχω διαψεύσειέχουμε διαψεύσειέχω διαψευστεί
είμαι διαψευσμένος, -η
έχουμε διαψευστεί
είμαστε διαψευσμένοι, -ες
έχεις διαψεύσειέχετε διαψεύσειέχεις διαψευστεί
είσαι διαψευσμένος, -η
έχετε διαψευστεί
είστε διαψευσμένοι, -ες
έχει διαψεύσειέχουν διαψεύσειέχει διαψευστεί
είναι διαψευσμένος, -η, -ο
έχουν διαψευστεί
είναι διαψευσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διαψεύσειείχαμε διαψεύσειείχα διαψευστεί
ήμουν διαψευσμένος, -η
είχαμε διαψευστεί
ήμαστε διαψευσμένοι, -ες
είχες διαψεύσειείχατε διαψεύσειείχες διαψευστεί
ήσουν διαψευσμένος, -η
είχατε διαψευστεί
ήσαστε διαψευσμένοι, -ες
είχε διαψεύσειείχαν διαψεύσειείχε διαψευστεί
ήταν διαψευσμένος, -η, -ο
είχαν διαψευστεί
ήταν διαψευσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαψεύδωθα διαψεύδουμε, θα διαψεύδομεθα διαψεύδομαιθα διαψευδόμαστε
θα διαψεύδειςθα διαψεύδετεθα διαψεύδεσαιθα διαψεύδεστε θα διαψευδόσαστε
θα διαψεύδειθα διαψεύδουν(ε)θα διαψεύδεταιθα διαψεύδονται
Fut
ur
θα διαψεύσωθα διαψεύσουμε, θα διαψεύσομεθα διαψευστώθα διαψευστούμε
θα διαψεύσειςθα διαψεύσετεθα διαψευστείςθα διαψευστείτε
θα διαψεύσειθα διαψεύσουν(ε)θα διαψευστείθα διαψευστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαψεύσειθα έχουμε διαψεύσειθα έχω διαψευστεί
θα είμαι διαψευσμένος, -η
θα έχουμε διαψευστεί
θα είμαστε διαψευσμένοι, -ες
θα έχεις διαψεύσειθα έχετε διαψεύσειθα έχεις διαψευστεί
θα είσαι διαψευσμένος, -η
θα έχετε διαψευστεί
θα είστε διαψευσμένοι, -ες
θα έχει διαψεύσειθα έχουν διαψεύσειθα έχει διαψευστεί
θα είναι διαψευσμένος, -η, -ο
θα έχουν διαψευστεί
θα είναι διαψευσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαψεύδωνα διαψεύδουμε, να διαψεύδομενα διαψεύδομαινα διαψευδόμαστε
να διαψεύδειςνα διαψεύδετενα διαψεύδεσαινα διαψεύδεστε, να διαψευδόσαστε
να διαψεύδεινα διαψεύδουν(ε)να διαψεύδεταινα διαψεύδονται
Aoristνα διαψεύσωνα διαψεύσουμε, να διαψεύσομενα διαψευστώνα διαψευστούμε
να διαψεύσειςνα διαψεύσετενα διαψευστείςνα διαψευστείτε
να διαψεύσεινα διαψεύσουν(ε)να διαψευστείνα διαψευστούν(ε)
Perfνα έχω διαψεύσεινα έχουμε διαψεύσεινα έχω διαψευστεί
να είμαι διαψευσμένος, -η
να έχουμε διαψευστεί
να είμαστε διαψευσμένοι, -ες
να έχεις διαψεύσεινα έχετε διαψεύσεινα έχεις διαψευστεί
να είσαι διαψευσμένος, -η
να έχετε διαψευστεί
να είστε διαψευσμένοι, -ες
να έχει διαψεύσεινα έχουν διαψεύσεινα έχει διαψευστεί
να είναι διαψευσμένος, -η, -ο
να έχουν διαψευστεί
να είναι διαψευσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιάψευδεδιαψεύδετεδιαψεύδεστε
Aoristδιάψευσεδιαψεύστε, διαψεύσετεδιαψεύσουδιαψευστείτε
Part
izip
Presδιαψεύδονταςδιαψευδόμενος
Perfέχοντας διαψεύσειδιαψευσμένος, -η, -οδιαψευσμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαψεύσειδιαψευστεί








Griechische Definition zu διαψεύδω

διαψεύδω [δiapsévδo] -ομαι Ρ αόρ. διέψευσα, απαρέμφ. διαψεύσει, παθ. αόρ. διαψεύστηκα και διαψεύσθηκα, απαρέμφ. διαψευστεί και διαψευσθεί, μππ. διαψευσμένος : 1. δηλώνω, υποστηρίζω, συνήθ. δημόσια, ότι κτ. που υποστηρίζει κάποιος ή ότι κτ. που διαδίδεται είναι ψέμα, είναι αντίθετο προς την αλήθεια: Οι μάρτυρες διέψευσαν τον κατηγορούμενο / τους ισχυρισμούς του. H κυβέρνηση διαψεύδει κατηγορηματικά τις φήμες για ανατίμηση των υγρών καυσίμων / για επικείμενη υποτίμηση της δραχμής. || Για να δικαιολογηθώ του είπα πως είμαι άρρωστος και σε παρακαλώ να μη με διαψεύσεις, να μην πεις την αλήθεια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαψεύδω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15