διαφωνώ  Verb  [diafono, thiafono, diafwnw]

Ähnliche Bedeutung wie διαφωνώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu διαφωνώ

διαφωνών -ούσα -ούν


Beispielsätze διαφωνώ

... θα συνέτασσε το σχέδιο του νέου συντάγματος. Από τη θέση αυτή ήρθε σε διαφωνία με τον Ρώσο πληρεξούσιο, καθώς οι αλλαγές που πρότεινε ο πρώτος ήταν κατά ...

... αναρχικός και ανισόρροπος. Με αυτή την αρνητική περιγραφή του Κλεομένη διαφωνούν σήμερα αρκετοί σύγχρονοι ιστορικοί. Θεωρούν ότι παρά τα πιθανόν υπαρκτά ...

... πόλη. Ωστόσο ο Ρωμύλος θανάτωσε τον αδερφό του, Ρέμο, έπειτα από σφοδρή διαφωνία. Κατά μία εκδοχή για το ποιος θα κυβερνήσει τη νέα πόλη, κατά μία άλλη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nicht einverstanden sein

... zu erkennen gibt, mit einer Entscheidung oder einem Verfahren nicht einverstanden zu sein, eine Möglichkeit, gegen eine nachteilige Entscheidung einer ...

... Orwells Erben zurückging, die mit der freieren Filmversion von 1956 nicht einverstanden waren. Die Rolle des O’Brien war die letzte Filmrolle Richard Burtons ...

... Platzgumers erstem Roman Expedition, der deutlich autobiografische Züge hatte, ist sein zweiter Roman Weiß eine fiktive Geschichte. Das Buch handelt von einem Aussteiger ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΑΦΩΝΩ
I disagree
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαφωνώδιαφωνούμε
διαφωνείςδιαφωνείτε
διαφωνείδιαφωνούν(ε)
Imper
fekt
διαφωνούσαδιαφωνούσαμε
διαφωνούσεςδιαφωνούσατε
διαφωνούσεδιαφωνούσαν(ε)
Aoristδιαφώνησαδιαφωνήσαμε
διαφώνησεςδιαφωνήσατε
διαφώνησεδιαφώνησαν, διαφωνήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω διαφωνήσειέχουμε διαφωνήσει
έχεις διαφωνήσειέχετε διαφωνήσει
έχει διαφωνήσειέχουν διαφωνήσει
Plu
perf
ekt
είχα διαφωνήσειείχαμε διαφωνήσει
είχες διαφωνήσειείχατε διαφωνήσει
είχε διαφωνήσειείχαν διαφωνήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαφωνώθα διαφωνούμε
θα διαφωνείςθα διαφωνείτε
θα διαφωνείθα διαφωνούν(ε)
Fut
ur
θα διαφωνήσωθα διαφωνήσουμε
θα διαφωνήσειςθα διαφωνήσετε
θα διαφωνήσειθα διαφωνήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαφωνήσειθα έχουμε διαφωνήσει
θα έχεις διαφωνήσειθα έχετε διαφωνήσει
θα έχει διαφωνήσειθα έχουν διαφωνήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαφωνώνα διαφωνούμε
να διαφωνείςνα διαφωνείτε
να διαφωνείνα διαφωνούν(ε)
Aoristνα διαφωνήσωνα διαφωνήσουμε, να διαφωνήσομε
να διαφωνήσειςνα διαφωνήσετε
να διαφωνήσεινα διαφωνήσουν(ε)
Perfνα έχω διαφωνήσεινα έχουμε διαφωνήσει
να έχεις διαφωνήσεινα έχετε διαφωνήσει
να έχει διαφωνήσεινα έχουν διαφωνήσει
Imper
ativ
Presδιαφωνείτε
Aoristδιαφώνησεδιαφωνήστε, διαφωνήσετε
Part
izip
Presδιαφωνώντας
Perfέχοντας διαφωνήσει
InfinAoristδιαφωνήσει






Griechische Definition zu διαφωνώ

διαφωνώ [δiafonó] .9α : έχω διαφορετική γνώμη, άποψη από αυτή που υποστηρίζει κάποιος ή κάποιοι άλλοι. ANT συμφωνώ: διαφωνώ απόλυτα με όσα είπες. Tα μέλη της επιτροπής διαφώνησαν σε πολλά θέματα. Δεν του ανέθεσα την αρχιτεκτονική μελέτη, γιατί διαφωνήσαμε στην τιμή. Δε διαφωνώ καθόλου, συμφωνώ απόλυτα. Επιτρέψτε μου / επιτρέψετέ μου να διαφωνήσω / λυπάμαι που θα διαφωνήσω, ευγενικός τρόπος για να διατυπώσει κάποιος τη διαφωνία του.

[λόγ. < αρχ. διαφωνῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαφωνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15