διασπώ  Verb  [diaspo, thiaspo, diaspw]

Ähnliche Bedeutung wie διασπώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διασπώ

... του κυττάρου που περιέχουν τα πεπτικά ένζυμα υδρολάσες. Τα ένζυμα αυτά διασπούν τα υπερεπαρκή οργανίδια, τμήματα τροφής, ενκυτωμένους ιούς και βακτήρια ...

... Αγγλογαλλικού πολέμου ο Ανδρέας Μιαούλης απέκτησε τεράστια περιουσία διασπώντας τους αγγλικούς αποκλεισμούς. Σε ένα ταξίδι όμως, περίπου το 1802, κοντά ...

... φύση, μετά το αστάτιο. Το φράγκιο είναι ένα πολύ ραδιενεργό μέταλλο που διασπάται σε αστάτιο, ράδιο και ραδόνιο. Είναι ένα αλκαλιμέταλλο και έχει ένα (1) ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze spalten

... Spaltung oder spalten steht für: Spalten (Verfahren), trennendes Fertigungsverfahren Spaltung (Psychologie), Störung der integrativen Funktion des Bewusstseins ...

... und die Zijl spalten sich in Leiden in Richtung Norden und Süden ab. Im Uhrzeigersinn, im Norden beginnend, grenzt Leiden an Teylingen, Leiderdorp, Zoeterwoude ...

... Anhänger von Jackson spalten und Zugewinne in Pennsylvania (der Staat, in dem die Bank ihren Hauptsitz hatte) verbuchen zu können, indem er Jackson attackierte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΑΣΠΩ
I split
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διασπώ, διασπάωδιασπούμε, διασπάμεδιασπώμαιδιασπόμαστε, διασπώμεθα
διασπάςδιασπάτεδιασπάσαιδιασπάστε, διασπάσθε
διασπά, διασπάειδιασπούν(ε), διασπάν(ε)διασπάταιδιασπώνται, διασπούνται
Imper
fekt
διασπούσαδιασπούσαμε
διασπούσεςδιασπούσατε
διασπούσεδιασπούσαν(ε)διασπάτοδιασπώντο
Aoristδιέσπασαδιασπάσαμεδιασπάστηκαδιασπαστήκαμε
διέσπασεςδιασπάσατεδιασπάστηκεςδιασπαστήκατε
διέσπασεδιέσπασαν, διασπάσανεδιασπάστηκεδιασπάστηκαν, διασπαστήκανε
Perf
ekt
έχω διασπάσειέχουμε διασπάσειέχω διασπαστείέχουμε διασπαστεί
έχεις διασπάσειέχετε διασπάσειέχεις διασπαστείέχετε διασπαστεί
έχει διασπάσειέχουν διασπάσειέχει διασπαστείέχουν διασπαστεί
Plu
perf
ekt
είχα διασπάσειείχαμε διασπάσειείχα διασπαστείείχαμε διασπαστεί
είχες διασπάσειείχατε διασπάσειείχες διασπαστείείχατε διασπαστεί
είχε διασπάσειείχαν διασπάσειείχε διασπαστείείχαν διασπαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διασπώ, θα διασπάωθα διασπούμε, θα διασπάμεθα διασπώμαιθα διασπόμαστε, θα διασπώμεθα
θα διασπάςθα διασπάτεθα διασπάσαιθα διασπάστε, θα διασπάσθε
θα διασπά, θα διασπάειθα διασπούν(ε), θα διασπάν(ε)θα διασπάταιθα διασπώνται
Fut
ur
θα διασπάσωθα διασπάσουμε, θα διασπάσομεθα διασπαστώθα διασπαστούμε
θα διασπάσειςθα διασπάσετεθα διασπαστείςθα διασπαστείτε
θα διασπάσειθα διασπάσουν(ε)θα διασπαστείθα διασπαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διασπάσειθα έχουμε διασπάσει θα έχω διασπαστείθα έχουμε διασπαστεί
θα έχεις διασπάσειθα έχετε διασπάσειθα έχεις διασπαστείθα έχετε διασπαστεί
θα έχει διασπάσειθα έχουν διασπάσειθα έχει διασπαστείθα έχουν διασπαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διασπώ, να διασπάωνα διασπούμε, να διασπάμενα διασπώμαινα διασπόμαστε, να διασπώμεθα
να διασπάςνα διασπάτενα διασπάσαινα διασπάστε, να διασπάσθε
να διασπά, να διασπάεινα διασπούν(ε), να διασπάν(ε)να διασπάταινα διασπώνται
Aoristνα διασπάσωνα διασπάσουμε, να διασπάσομενα διασπαστώνα διασπαστούμε
να διασπάσειςνα διασπάσετενα διασπαστείςνα διασπαστείτε
να διασπάσεινα διασπάσουν(ε)να διασπαστείνα διασπαστούν(ε)
Perfνα έχω διασπάσεινα έχουμε διασπάσεινα έχω διασπαστείνα έχουμε διασπαστεί
να έχεις διασπάσεινα έχετε διασπάσεινα έχεις διασπαστείνα έχετε διασπαστεί
να έχει διασπάσεινα έχουν διασπάσεινα έχει διασπαστείνα έχουν διασπαστεί
Imper
ativ
Presδιασπάτεδιασπάστε, διασπάσθε
Aoristανάκτησεδιασπάστε, διασπάσετεδιασπάσουδιασπαστείτε
Part
izip
Presδιασπώντας
Perfέχοντας διασπάσειδιασπασμένος, -η, -οδιασπασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιασπάσειδιασπαστεί




Griechische Definition zu διασπώ

διασπώ [δiaspó] -ώμαι αόρ. διέσπασα και (σπάν.) διάσπασα, απαρέμφ. διασπάσει, μππ. διασπασμένος : 1. χωρίζω σε μικρότερα τμήματα ένα ενιαίο ή οργανωμένο σύνολο: Οι επιστήμονες πέτυχαν να διασπάσουν τον πυρήνα του ατόμου. Διασπάστηκε το κόμμα / το συνδικαλιστικό κίνημα. || στη λεξικογραφία, λημματογραφώ ξεχωριστά ομόγραφες λέξεις. || (χημ.): Διασπάται μια χημική ένωση. || (φυσ.): Διασπάται ο πυρήνας του ατόμου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διασπώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15