διασπώ Verb  [diaspo, thiaspo, diaspw]

  Verb
(0)

Etymologie zu διασπώ

διασπώ altgriechisch διασπάω / διασπῶ διά + σπάω / σπῶ proto-indogermanisch *sp(h)ei- (τραβώ)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu διασπώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διασπώ, διασπάωδιασπούμε, διασπάμεδιασπώμαιδιασπόμαστε, διασπώμεθα
διασπάςδιασπάτεδιασπάσαιδιασπάστε, διασπάσθε
διασπά, διασπάειδιασπούν(ε), διασπάν(ε)διασπάταιδιασπώνται, διασπούνται
Imper
fekt
διασπούσαδιασπούσαμε
διασπούσεςδιασπούσατε
διασπούσεδιασπούσαν(ε)διασπάτοδιασπώντο
Aoristδιέσπασαδιασπάσαμεδιασπάστηκαδιασπαστήκαμε
διέσπασεςδιασπάσατεδιασπάστηκεςδιασπαστήκατε
διέσπασεδιέσπασαν, διασπάσανεδιασπάστηκεδιασπάστηκαν, διασπαστήκανε
Perf
ekt
έχω διασπάσειέχουμε διασπάσειέχω διασπαστείέχουμε διασπαστεί
έχεις διασπάσειέχετε διασπάσειέχεις διασπαστείέχετε διασπαστεί
έχει διασπάσειέχουν διασπάσειέχει διασπαστείέχουν διασπαστεί
Plu
perf
ekt
είχα διασπάσειείχαμε διασπάσειείχα διασπαστείείχαμε διασπαστεί
είχες διασπάσειείχατε διασπάσειείχες διασπαστείείχατε διασπαστεί
είχε διασπάσειείχαν διασπάσειείχε διασπαστείείχαν διασπαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διασπώ, θα διασπάωθα διασπούμε, θα διασπάμεθα διασπώμαιθα διασπόμαστε, θα διασπώμεθα
θα διασπάςθα διασπάτεθα διασπάσαιθα διασπάστε, θα διασπάσθε
θα διασπά, θα διασπάειθα διασπούν(ε), θα διασπάν(ε)θα διασπάταιθα διασπώνται
Fut
ur
θα διασπάσωθα διασπάσουμε, θα διασπάσομεθα διασπαστώθα διασπαστούμε
θα διασπάσειςθα διασπάσετεθα διασπαστείςθα διασπαστείτε
θα διασπάσειθα διασπάσουν(ε)θα διασπαστείθα διασπαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διασπάσειθα έχουμε διασπάσει θα έχω διασπαστείθα έχουμε διασπαστεί
θα έχεις διασπάσειθα έχετε διασπάσειθα έχεις διασπαστείθα έχετε διασπαστεί
θα έχει διασπάσειθα έχουν διασπάσειθα έχει διασπαστείθα έχουν διασπαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διασπώ, να διασπάωνα διασπούμε, να διασπάμενα διασπώμαινα διασπόμαστε, να διασπώμεθα
να διασπάςνα διασπάτενα διασπάσαινα διασπάστε, να διασπάσθε
να διασπά, να διασπάεινα διασπούν(ε), να διασπάν(ε)να διασπάταινα διασπώνται
Aoristνα διασπάσωνα διασπάσουμε, να διασπάσομενα διασπαστώνα διασπαστούμε
να διασπάσειςνα διασπάσετενα διασπαστείςνα διασπαστείτε
να διασπάσεινα διασπάσουν(ε)να διασπαστείνα διασπαστούν(ε)
Perfνα έχω διασπάσεινα έχουμε διασπάσεινα έχω διασπαστείνα έχουμε διασπαστεί
να έχεις διασπάσεινα έχετε διασπάσεινα έχεις διασπαστείνα έχετε διασπαστεί
να έχει διασπάσεινα έχουν διασπάσεινα έχει διασπαστείνα έχουν διασπαστεί
Imper
ativ
Presδιασπάτεδιασπάστε, διασπάσθε
Aoristανάκτησεδιασπάστε, διασπάσετεδιασπάσουδιασπαστείτε
Part
izip
Presδιασπώντας
Perfέχοντας διασπάσειδιασπασμένος, -η, -οδιασπασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιασπάσειδιασπαστεί





Griechische Definition zu διασπώ

διασπώ [δiaspó] -ώμαι αόρ. διέσπασα και (σπάν.) διάσπασα, απαρέμφ. διασπάσει, μππ. διασπασμένος : 1. χωρίζω σε μικρότερα τμήματα ένα ενιαίο ή οργανωμένο σύνολο: Οι επιστήμονες πέτυχαν να διασπάσουν τον πυρήνα του ατόμου. Διασπάστηκε το κόμμα / το συνδικαλιστικό κίνημα. || στη λεξικογραφία, λημματογραφώ ξεχωριστά ομόγραφες λέξεις. || (χημ.): Διασπάται μια χημική ένωση. || (φυσ.): Διασπάται ο πυρήνας του ατόμου. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback