διακοσμώ  Verb  [diakosmo, thiakosmo, diakosmw]

Ähnliche Bedeutung wie διακοσμώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διακοσμώ

... πάνω στην Δευτέρα Παρουσία του Μιχαήλ Άγγελου, έργο με το οποίο είχε διακοσμήσει την Καπέλα Σιξτίνα. Όταν αργότερα του ζητήθηκε να εκφέρει την άποψή του ...

... κορώνα» από ξύλο βελανιδιάς, πάνω από την πόρτα του, καθώς και να τη διακοσμήσει με δάφνες. Την κορώνα αυτή συνήθως κρατούσε κάποιος πάνω από το κεφάλι ...

... Ε174 και χαρακτηρίζεται ως χρωστική τροφίμων. Στην Ινδία, μερικές φορές διακοσμούν τα τρόφιμα με ένα λεπτό στρώμα αργύρου, γνωστό ως Varak. Το ασήμι χρησιμοποιείται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze dekorieren

... Wir dekorieren das Klassenzimmer. ...

... dekorativ - dekorieren – Delegation – delegieren – delikat – Delikatesse – deliziös - delogieren – de luxe – Dementi - dementieren – demolieren – Demontage ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΑΚΟΣΜΩ
I decorate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διακοσμώδιακοσμούμεδιακοσμούμαιδιακοσμούμαστε
διακοσμείςδιακοσμείτεδιακοσμείσαιδιακοσμείστε
διακοσμείδιακοσμούν(ε)διακοσμείταιδιακοσμούνται
Imper
fekt
διακοσμούσαδιακοσμούσαμεδιακοσμούμουνδιακοσμούμαστε
διακοσμούσεςδιακοσμούσατε
διακοσμούσεδιακοσμούσαν(ε)διακοσμούνταν, διακοσμείτοδιακοσμούνταν, διακοσμούντο
Aoristδιακόσμησαδιακοσμήσαμεδιακοσμήθηκαδιακοσμηθήκαμε
διακόσμησεςδιακοσμήσατεδιακοσμήθηκεςδιακοσμηθήκατε
διακόσμησεδιακόσμησαν, διακοσμήσαν(ε)διακοσμήθηκεδιακοσμήθηκαν, διακοσμηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω διακοσμήσει
έχω διακοσμημένο
έχουμε διακοσμήσει
έχουμε διακοσμημένο
έχω διακοσμηθεί
είμαι διακοσμημένος, -η
έχουμε διακοσμηθεί
είμαστε διακοσμημένοι, -ες
έχεις διακοσμήσει
έχεις διακοσμημένο
έχετε διακοσμήσει
έχετε διακοσμημένο
έχεις διακοσμηθεί
είσαι διακοσμημένος, -η
έχετε διακοσμηθεί
είστε διακοσμημένοι, -ες
έχει διακοσμήσει
έχει διακοσμημένο
έχουν διακοσμήσει
έχουν διακοσμημένο
έχει διακοσμηθεί
είναι διακοσμημένος, -η, -ο
έχουν διακοσμηθεί
είναι διακοσμημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα διακοσμήσει
είχα διακοσμημένο
είχαμε διακοσμήσει
είχαμε διακοσμημένο
είχα διακοσμηθεί
ήμουν διακοσμημένος, -η
είχαμε διακοσμηθεί
ήμαστε διακοσμημένοι, -ες
είχες διακοσμήσει
είχες διακοσμημένο
είχατε διακοσμήσει
είχατε διακοσμημένο
είχες διακοσμηθεί
ήσουν διακοσμημένος, -η
είχατε διακοσμηθεί
ήσαστε διακοσμημένοι, -ες
είχε διακοσμήσει
είχε διακοσμημένο
είχαν διακοσμήσει
είχαν διακοσμημένο
είχε διακοσμηθεί
ήταν διακοσμημένος, -η, -ο
είχαν διακοσμηθεί
ήταν διακοσμημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διακοσμώθα διακοσμούμεθα διακοσμούμαιθα διακοσμούμαστε
θα διακοσμείςθα διακοσμείτεθα διακοσμείσαιθα διακοσμείστε
θα διακοσμείθα διακοσμούν(ε)θα διακοσμείταιθα διακοσμούνται
Fut
ur
θα διακοσμήσωθα διακοσμήσουμεθα διακοσμηθώθα διακοσμηθούμε
θα διακοσμήσειςθα διακοσμήσετεθα διακοσμηθείςθα διακοσμηθείτε
θα διακοσμήσειθα διακοσμήσουν(ε)θα διακοσμηθείθα διακοσμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διακοσμήσει
θα έχω διακοσμημένο
θα έχουμε διακοσμήσει
θα έχουμε διακοσμημένο
θα έχω διακοσμηθεί
θα είμαι διακοσμημένος, -η
θα έχουμε διακοσμηθεί
θα είμαστε διακοσμημένοι, -ες
θα έχεις διακοσμήσει
θα έχεις διακοσμημένο
θα έχετε διακοσμήσει
θα έχετε διακοσμημένο
θα έχεις διακοσμηθεί
θα είσαι διακοσμημένος, -η
θα έχετε διακοσμηθεί
θα είστε διακοσμημένοι, -η
θα έχει διακοσμήσει
θα έχει διακοσμημένο
θα έχουν διακοσμήσει
θα έχουν διακοσμημένο
θα έχει διακοσμηθεί
θα είναι διακοσμημένος, -η, -ο
θα έχουν διακοσμηθεί
θα είναι διακοσμημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διακοσμώνα διακοσμούμενα διακοσμούμαινα διακοσμούμαστε
να διακοσμείςνα διακοσμείτενα διακοσμείσαινα διακοσμείστε
να διακοσμείνα διακοσμούν(ε)να διακοσμείταινα διακοσμούνται
Aoristνα διακοσμήσωνα διακοσμήσουμε, να διακοσμήσομενα διακοσμηθώνα διακοσμηθούμε
να διακοσμήσειςνα διακοσμήσετενα διακοσμηθείςνα διακοσμηθείτε
να διακοσμήσεινα διακοσμήσουν(ε)να διακοσμηθείνα διακοσμηθούν(ε)
Perfνα έχω διακοσμήσει
να έχω διακοσμημένο
να έχουμε διακοσμήσει
να έχουμε διακοσμημένο
να έχω διακοσμηθεί
να είμαι διακοσμημένος, -η
να έχουμε διακοσμηθεί
να είμαστε διακοσμημένοι, -ες
να έχεις διακοσμήσει
να έχεις διακοσμημένο
να έχετε διακοσμήσει
να έχετε διακοσμημένο
να έχεις διακοσμηθεί
να είσαι διακοσμημένος, -η
να έχετε διακοσμηθεί
να είστε διακοσμημένοι, -ες
να έχει διακοσμήσει
να έχει διακοσμημένο
να έχουν διακοσμήσει
να έχουν διακοσμημένο
να έχει διακοσμηθεί
να είναι διακοσμημένος, -η, -ο
να έχουν διακοσμηθεί
να είναι διακοσμημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιακοσμείτεδιακοσμείστε
Aoristδιακόσμησεδιακοσμήστε, διακοσμήσετεδιακοσμήσουδιακοσμηθείτε
Part
izip
Presδιακοσμώντας
Perfέχοντας διακοσμήσει, έχοντας διακοσμημένοδιακοσμημένος, -η, -οδιακοσμημένοι, -ες, -α
InfinAoristδιακοσμήσειδιακοσμηθεί






Griechische Definition zu διακοσμώ

διακοσμώ [δiakozmó] -ούμαι : διευθετώ ένα χώρο με την τοποθέτηση χρηστικών ή μη χρηστικών αντικειμένων και με τη χρησιμοποίηση άλλων στοιχείων, τα οποία διαμορφώνουν ένα αρμονικό σύνολο: Οι ρωμαϊκές επαύλεις ήταν διακοσμημένες με αγάλματα. Διακόσμησε το διαμέρισμά της με έργα τέχνης και με πολυτελή χαλιά. Διακόσμησαν τις βιτρίνες με πολύ γούστο / την αίθουσα για τον αποκριάτικο χορό / την εκκλησία με λουλούδια για την τελετή του γάμου, στόλισαν. || φιλοτεχνώ επάνω σε μια επιφάνεια παραστάσεις ή σχέδια: Οι τοίχοι των ανακτόρων της Kνωσού είναι διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Kασέλες που τις διακοσμούσαν με ξυλόγλυπτες παραστάσεις.

[λόγ. < αρχ. διακοσμῶ `βάζω σε τάξη΄ σημδ. γαλλ. décorer με βάση τη σημ. των λ. κόσμος, κόσμημα]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διακοσμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15