διαθλώ  Verb  [diathlo, thiathlo, diathlw]

Ähnliche Bedeutung wie διαθλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαθλώ

... Δίαθλο είναι όρος που περιγράφει οποιοδήποτε αθλητικό γεγονός που συμπεριλαμβάνει δύο αθλήματα. Ωστόσο, συνήθως το δίαθλο αναφέρεται σε ένα χειμερινό ...

... Το δίαθλο στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2014 έγινε στο κέντρο χιονοδρομιών και διάθλου Λάουρα, κοντά στην Κρασνάγια Πολιάνα του Σότσι, στη Ρωσία ...

... Το δίαθλο στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2010 στο Βανκούβερ διεξήχθη στο Ολυμπιακό Πάρκο Γουίσλερ του Γουίσλερ στη Βρετανική Κολομβία. Η διεξαγωγή ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze brechen

... Sie brechen in Tränen aus. ...

... Er ist der Letzte, der sein Versprechen brechen würde. ...

... Du kannst dich darauf verlassen, dass ich niemals mein Versprechen brechen werde. ...

Quelle: BraveSentry, Manfredo, Alois

Grammatik



ΔΙΑΘΛΩ
I refract
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαθλώδιαθλούμεδιαθλώμαιδιαθλόμαστε, διαθλώμεθα
διαθλάςδιαθλάτεδιαθλάσαιδιαθλάστε, διαθλάσθε
διαθλάδιαθλούν(ε)διαθλάταιδιαθλώνται
Imper
fekt
διαθλούσαδιαθλούσαμε
διαθλούσεςδιαθλούσατε
διαθλούσεδιαθλούσαν(ε)διαθλάτοδιαθλώντο
Aoristδιέθλασαδιαθλάσαμεδιαθλάστηκαδιαθλαστήκαμε
διέθλασεςδιαθλάσατεδιαθλάστηκεςδιαθλαστήκατε
διέθλασεδιέθλασαν, διαθλάσανεδιαθλάστηκεδιαθλάστηκαν, διαθλαστήκανε
Perf
ekt
έχω διαθλάσειέχουμε διαθλάσειέχω διαθλαστείέχουμε διαθλαστεί
έχεις διαθλάσειέχετε διαθλάσειέχεις διαθλαστείέχετε διαθλαστεί
έχει διαθλάσειέχουν διαθλάσειέχει διαθλαστείέχουν διαθλαστεί
Plu
perf
ekt
είχα διαθλάσειείχαμε διαθλάσειείχα διαθλαστείείχαμε διαθλαστεί
είχες διαθλάσειείχατε διαθλάσειείχες διαθλαστείείχατε διαθλαστεί
είχε διαθλάσειείχαν διαθλάσειείχε διαθλαστείείχαν διαθλαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαθλώθα διαθλούμεθα διαθλώμαιθα διαθλόμαστε, θα διαθλώμεθα
θα διαθλάςθα διαθλάτεθα διαθλάσαιθα διαθλάστε, θα διαθλάσθε
θα διαθλάθα διαθλούν(ε)θα διαθλάταιθα διαθλώνται
Fut
ur
θα διαθλάσωθα διαθλάσουμε, θα διαθλάσομεθα διαθλαστώθα διαθλαστούμε
θα διαθλάσειςθα διαθλάσετεθα διαθλαστείςθα διαθλαστείτε
θα διαθλάσειθα διαθλάσουν(ε)θα διαθλαστείθα διαθλαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαθλάσειθα έχουμε διαθλάσει θα έχω διαθλαστείθα έχουμε διαθλαστεί
θα έχεις διαθλάσειθα έχετε διαθλάσειθα έχεις διαθλαστείθα έχετε διαθλαστεί
θα έχει διαθλάσειθα έχουν διαθλάσειθα έχει διαθλαστείθα έχουν διαθλαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαθλώνα διαθλούμενα διαθλώμαινα διαθλόμαστε, να διαθλώμεθα
να διαθλάςνα διαθλάτενα διαθλάσαινα διαθλάστε, να διαθλάσθε
να διαθλάνα διαθλούν(ε)να διαθλάταινα διαθλώνται
Aoristνα διαθλάσωνα διαθλάσουμε, να διαθλάσομενα διαθλαστώνα διαθλαστούμε
να διαθλάσειςνα διαθλάσετενα διαθλαστείςνα διαθλαστείτε
να διαθλάσεινα διαθλάσουν(ε)να διαθλαστείνα διαθλαστούν(ε)
Perfνα έχω διαθλάσεινα έχουμε διαθλάσεινα έχω διαθλαστείνα έχουμε διαθλαστεί
να έχεις διαθλάσεινα έχετε διαθλάσεινα έχεις διαθλαστείνα έχετε διαθλαστεί
να έχει διαθλάσεινα έχουν διαθλάσεινα έχει διαθλαστείνα έχουν διαθλαστεί
Imper
ativ
Presδιαθλάτεδιαθλάστε, διαθλάσθε
Aoristδιέθλασεδιαθλάστε, διαθλάσετεδιαθλάσουδιαθλαστείτε
Part
izip
Presδιαθλώνταςδιαθλώμενος
Perfέχοντας διαθλάσει
InfinAoristδιαθλάσειδιαθλαστεί




Griechische Definition zu διαθλώ

διαθλώ [δiaθló] -ώμαι αόρ. διέθλασα, απαρέμφ. διαθλάσει : (φυσ.) προκαλώ αλλαγή στη διεύθυνση μιας φωτεινής ακτίνας ή ενός ηλεκτρομαγνητικού ή ηχητικού κύματος: Διαθλώμενες ακτίνες.

[λόγ. < ελνστ. διαθλῶ `σπάω σε κομμάτια΄ σημδ. αγγλ. refract ή γαλλ. réfracter]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαθλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15