γιορτάζω  Verb  [giortazo, jiortazo, giortazw]

Ähnliche Bedeutung wie γιορτάζω


Beispielsätze γιορτάζω

... δίσκος ο Γρίφος. Το συγκρότημα γνώρισε ευρύτερη επιτυχία με το Σήμερα το γιορτάζω του 2008 που περιείχε την επιτυχία «Μέσα σου», ένα ερωτικό κομμάτι με με ...

... οποία έκανε φωνητικά στον επόμενο δίσκο του συγκροτήματος, το Σήμερα το γιορτάζω του 2008. Στον δίσκο συμμετείχαν για άλλη μια φορά γνωστοί καλλιτέχνες ...

... οποίο γιορταζόταν κατά την ημέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου. Στους πρώτους τρεις αιώνες της χριστιανοσύνης, όμως, οι διάφορες εκκλησίες γιόρταζαν την ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze feiern

... Raucher feiern doppelt so viel Tage krank wie Nichtraucher. ...

... Die Christen feiern heute den ersten Advent. ...

... Am 14. Februar feiern die Amerikaner den Sankt-Valentins-Tag. ...

Quelle: xtofu80, sigfrido, Espi

Grammatik


ΓΙΟΡΤΑΖΩ
I celebrate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γιορτάζωγιορτάζουμε, γιορτάζομεγιορτάζομαιγιορταζόμαστε
γιορτάζειςγιορτάζετεγιορτάζεσαιγιορτάζεστε, γιορταζόσαστε
γιορτάζειγιορτάζουν(ε)γιορτάζεταιγιορτάζονται
Imper
fekt
γιόρταζαγιορτάζαμεγιορταζόμουν(α)γιορταζόμαστε, γιορταζόμασταν
γιόρταζεςγιορτάζατεγιορταζόσουν(α)γιορταζόσαστε, γιορταζόσασταν
γιόρταζεγιόρταζαν, γιορτάζαν(ε)γιορταζόταν(ε)γιορτάζονταν, γιορταζόντανε, γιορταζόντουσαν
Aoristγιόρτασαγιορτάσαμεγιορτάστηκαγιορταστήκαμε
γιόρτασεςγιορτάσατεγιορτάστηκεςγιορταστήκατε
γιόρτασεγιόρτασαν, γιορτάσαν(ε)γιορτάστηκεγιορτάστηκαν, γιορταστήκαν(ε)
Per
fect
έχω γιορτάσει
έχω γιορτασμένο
έχουμε γιορτάσει
έχουμε γιορτασμένο
έχω γιορταστεί
είμαι γιορτασμένος, -η
έχουμε γιορταστεί
είμαστε γιορτασμένοι, -ες
έχεις γιορτάσει
έχεις γιορτασμένο
έχετε γιορτάσει
έχετε γιορτασμένο
έχεις γιορταστεί
είσαι γιορτασμένος, -η
έχετε γιορταστεί
είστε γιορτασμένοι, -ες
έχει γιορτάσει
έχει γιορτασμένο
έχουν γιορτάσει
έχουν γιορτασμένο
έχει γιορταστεί
είναι γιορτασμένος, -η, -ο
έχουν γιορταστεί
είναι γιορτασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα γιορτάσει
είχα γιορτασμένο
είχαμε γιορτάσει
είχαμε γιορτασμένο
είχα γιορταστεί
ήμουν γιορτασμένος, -η
είχαμε γιορταστεί
ήμαστε γιορτασμένοι, -ες
είχες γιορτάσει
είχες γιορτασμένο
είχατε γιορτάσει
είχατε γιορτασμένο
είχες γιορταστεί
ήσουν γιορτασμένος, -η
είχατε γιορταστεί
ήσαστε γιορτασμένοι, -ες
είχε γιορτάσει
είχε γιορτασμένο
είχαν γιορτάσει
είχαν γιορτασμένο
είχε γιορταστεί
ήταν γιορτασμένος, -η, -ο
είχαν γιορταστεί
ήταν γιορτασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γιορτάζωθα γιορτάζουμε, θα γιορτάζομεθα γιορτάζομαιθα γιορταζόμαστε
θα γιορτάζειςθα γιορτάζετεθα γιορτάζεσαιθα γιορτάζεστε, θα γιορταζόσαστε
θα γιορτάζειθα γιορτάζουν(ε)θα γιορτάζεταιθα γιορτάζονται
Fut
ur
θα γιορτάσωθα γιορτάσουμε, θα γιορτάσομεθα γιορταστώθα γιορταστούμε
θα γιορτάσειςθα γιορτάσετεθα γιορταστείςθα γιορταστείτε
θα γιορτάσειθα γιορτάσουν(ε)θα γιορταστείθα γιορταστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γιορτάσει
θα έχω γιορτασμένο
θα έχουμε γιορτάσει
θα έχουμε γιορτασμένο
θα έχω γιορταστεί
θα είμαι γιορτασμένος, -η
θα έχουμε γιορταστεί
θα είμαστε γιορτασμένοι, -ες
θα έχεις γιορτάσει
θα έχεις γιορτασμένο
θα έχετε γιορτάσει
θα έχετε γιορτασμένο
θα έχεις γιορταστεί
θα είσαι γιορτασμένος, -η
θα έχετε γιορταστεί
θα είστε γιορτασμένοι, -ες
θα έχει γιορτάσει
θα έχει γιορτασμένο
θα έχουν γιορτάσει
θα έχουν γιορτασμένο
θα έχει γιορταστεί
θα είναι γιορτασμένος, -η, -ο
θα έχουν γιορταστεί
θα είναι γιορτασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γιορτάζωνα γιορτάζουμε, να γιορτάζομενα γιορτάζομαινα γιορταζόμαστε
να γιορτάζειςνα γιορτάζετενα γιορτάζεσαινα γιορτάζεστε, να γιορταζόσαστε
να γιορτάζεινα γιορτάζουν(ε)να γιορτάζεταινα γιορτάζονται
Aoristνα γιορτάσωνα γιορτάσουμε, να γιορτάσομενα γιορταστώνα γιορταστούμε
να γιορτάσειςνα γιορτάσετενα γιορταστείςνα γιορταστείτε
να γιορτάσεινα γιορτάσουν(ε)να γιορταστείνα γιορταστούν(ε)
Perfνα έχω γιορτάσει
να έχω γιορτασμένο
να έχουμε γιορτάσει
να έχουμε γιορτασμένο
να έχω γιορταστεί
να είμαι γιορτασμένος, -η
να έχουμε γιορταστεί
να είμαστε γιορτασμένοι, -ες
να έχεις γιορτάσει
να έχεις γιορτασμένο
να έχετε γιορτάσει
να έχετε γιορτασμένο
να έχεις γιορταστεί
να είσαι γιορτασμένος, -η
να έχετε γιορταστεί
να είστε γιορτασμένοι, -ες
να έχει γιορτάσει
να έχει γιορτασμένο
να έχουν γιορτάσει
να έχουν γιορτασμένο
να έχει γιορταστεί
να είναι γιορτασμένος, -η, -ο
να έχουν γιορταστεί
να είναι γιορτασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγιόρταζεγιορτάζετεγιορτάζεστε
Aoristγιόρτασεγιορτάστεγιορτάσουγιορταστείτε
Part
izip
Presγιορτάζονταςγιορταζόμενος
Perfέχοντας γιορτάσει, έχοντας γιορτασμένογιορτασμένος, -η, -ογιορτασμένοι, -ες, -α
InfinAoristγιορτάσειγιορταστεί








Griechische Definition zu γιορτάζω

γιορτάζω [jortázo] -ομαι : 1. έχω την ονομαστική μου γιορτή: Ο Πέτρος δε θα ΄ρθει στο γραφείο, γιατί γιορτάζει. Στις 26 Οκτωβρίου γιορτάζουν οι Δημήτρηδες. Πότε γιορτάζεις; Δε γιορτάζει ούτε δέχεται επισκέψεις. || κάνω γιορτή, δέχομαι επισκέψεις ή οργανώνω κάποιο γλέντι με την ευκαιρία ενός χαρμόσυνου γεγονότος: Θα το γιορτάσουμε! Σήμερα γιορτάζουμε την επέτειο των γάμων μας. Λόγω πένθους δε θα γιορτάσουν φέτος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γιορτάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15