γελώ  Verb  [gelo, jelo, gelw]

Ähnliche Bedeutung wie γελώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu γελώ

γελωτοποιός


Beispielsätze γελώ

... Ο Γέλων ο Συρακούσιος (γιος του Δεινομένη, 5ος αιώνας π.Χ., πέθανε το 478 π.Χ.), ήταν τύραννος της Γέλας και των Συρακουσών, ο πρώτος της δυναστείας των ...

... 37°04′16″N 14°13′26″E / 37.07111°N 14.22389°E / 37.07111; 14.22389 Η Γέλα (ιταλ: Gela) είναι Ιταλική πόλη, στην επαρχία της Καλτανισέττα της περιφέρειας ...

... ονομασία Γέλων μπορεί να αναφέρεται στους παρακάτω: Γέλων ο Λακεδαιμόνιος (6ος/7ος αιώνας), ολυμπιονίκης από την Σπάρτη στο αγώνισμα του σταδίου Γέλων ο Συρακούσιος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anlachen

... einen der undankbarsten Jobs, den man sich in Deutschland im Augenblick anlachen kann“, schrieb Christoph Schwennicke in der Süddeutschen Zeitung. „Andererseits: ...

... wenig vertraust, Weil dich sein Sinn verdächtig dünkt, Den magst du anlachen, und an dich halten: Die Vergeltung gleiche der Gabe. […] Der milde ...

... Dann folgen die Flurstücke Ratswört und Rheinanlage, von Speyerern die Anlach genannt. Westlich zum Deich liegt dort die Herrenwiese, früher ein Ausflugsort ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΕΛΩ
I laugh
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γελάω, γελώγελάμε, γελούμεγελιέμαιγελιόμαστε
γελάςγελάτεγελιέσαιγελιέστε, γελιόσαστε
γελάει, γελάγελάν(ε), γελούν(ε)γελιέταιγελιούνται, γελιόνται
Imper
fekt
γελούσα, γέλαγαγελούσαμε, γελάγαμεγελιόμουν(α)γελιόμαστε, γελιόμασταν
γελούσες, γέλαγεςγελούσατε, γελάγατεγελιόσουν(α)γελιόσαστε, γελιόσασταν
γελούσε, γέλαγεγελούσαν(ε), γέλαγαν, γελάγανεγελιόταν(ε)γελιόνταν(ε), γελιούνταν, γελιόντουσαν
Aoristγέλασαγελάσαμεγελάστηκαγελαστήκαμε
γέλασεςγελάσατεγελάστηκεςγελαστήκατε
γέλασεγέλασαν, γελάσαν(ε)γελάστηκεγελάστηκαν, γελαστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω γελάσει
έχω γελασμένο
έχουμε γελάσει
έχουμε γελασμένο
έχω γελαστεί
είμαι γελασμένος, -η
έχουμε γελαστεί
είμαστε γελασμένοι, -ες
έχεις γελάσει
έχεις γελασμένο
έχετε γελάσει
έχετε γελασμένο
έχεις γελαστεί
είσαι γελασμένος, -η
έχετε γελαστεί
είστε γελασμένοι, -ες
έχει γελάσει
έχει γελασμένο
έχουν γελάσει
έχουν γελασμένο
έχει γελαστεί
είναι γελασμένος, -η, -ο
έχουν γελαστεί
είναι γελασμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα γελάσει
είχα γελασμένο
είχαμε γελάσει
είχαμε γελασμένο
είχα γελαστεί
ήμουν γελασμένος, -η
είχαμε γελαστεί
ήμαστε γελασμένοι, -ες
είχες γελάσει
είχες γελασμένο
είχατε γελάσει
είχατε γελασμένο
είχες γελαστεί
ήσουν γελασμένος, -η
είχατε γελαστεί
ήσαστε γελασμένοι, -ες
είχε γελάσει
είχε γελασμένο
είχαν γελάσει
είχαν γελασμένο
είχε γελαστεί
ήταν γελημενος, -η, -ο
είχαν γελαστεί
ήταν γελασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γελάω, θα γελώθα γελάμε, θα γελούμεθα γελιέμαιθα γελιόμαστε
θα γελάςθα γελάτεθα γελιέσαιθα γελιέστε, θα γελιόσαστε
θα γελάει, θα γελάθα γελάν(ε), θα γελούν(ε)θα γελιέταιθα γελιούνται, θα γελιόνται
Fut
ur
θα γελάσωθα γελάσουμε, θα γελάσομεθα γελαστώθα γελαστούμε
θα γελάσειςθα γελάσετεθα γελαστείςθα γελαστείτε
θα γελάσειθα γελάσουν(ε)θα γελαστείθα γελαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γελάσει
θα έχω γελασμένο
θα έχουμε γελάσει
θα έχουμε γελασμένο
θα έχω γελαστεί
θα είμαι γελασμένος, -η
θα έχουμε γελαστεί
θα είμαστε γελασμένοι, -ες
θα έχεις γελάσει
θα έχεις γελασμένο
θα έχετε γελάσει
θα έχετε γελασμένο
θα έχεις γελαστεί
θα είσαι γελασμένος, -η
θα έχετε γελαστεί
θα είστε γελημενοι, -ες
θα έχει γελάσει
θα έχει γελασμένο
θα έχουν γελάσει
θα έχουν γελασμένο
θα έχει γελαστεί
θα είναι γελημένος, -η, -ο
θα έχουν γελαστεί
θα είναι γελασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γελάω, να γελώνα γελάμε, να γελούμενα γελιέμαινα γελιόμαστε
να γελάςνα γελάτενα γελιέσαινα γελιέστε
να γελάει, να γελάνα γελάν(ε), να γελούν(ε)να γελιέταινα γελιούνται, να γελιόνται
Aoristνα γελάσωνα γελάσουμε, να γελάσομενα γελαστώνα γελαστούμε
να γελάσειςνα γελάσετενα γελαστείςνα γελαστείτε
να γελάσεινα γελάσουν(ε)να γελαστείνα γελαστούν(ε)
Perfνα έχω γελάσει
να έχω γελασμένο
να έχουμε γελάσει
να έχουμε γελασμένο
να έχω γελαστεί
να είμαι γελασμένος, -η
να έχουμε γελαστεί
να είμαστε γελημενοι, -ες
να έχεις γελάσει
να έχεις γελασμένο
να έχετε γελάσει
να έχετε γελασμένο
να έχεις γελαστεί
να είσαι γελασμένος, -η
να έχετε γελαστεί
να είστε γελασμένοι, -η
να έχει γελάσει
να έχει γελασμένο
να έχουν γελάσει
να έχουν γελασμένο
να έχει γελαστεί
να είναι γελημένος, -η, -ο
να έχουν γελαστεί
να είναι γελασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγέλα, γέλαγεγελάτεγελιέστε
Aoristγέλασε, γέλαγελάστεγελάσουγελαστείτε
Part
izip
Presγελώντας
Perfέχοντας γελάσει, έχοντας γελασμένογελασμένος, -η, -ογελασμένοι, -ες, -α
InfinAoristγελάσειγελαστεί





Person Wortform
Präsens ich lache
du lachst
er, sie, es lacht
Präteritum ich lachte
Konjunktiv II ich lachte
Imperativ Singular lache!
lach!
Plural lacht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelacht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lachen



Singular

Plural

Nominativ das Lachen

Genitiv des Lachens

Dativ dem Lachen

Akkusativ das Lachen



Griechische Definition zu γελώ

γελώ [jeló] & -άω, -ιέμαι στη σημ. 2β : 1α. εκδηλώνω με ηχηρά γέλια ευχάριστη διάθεση ή ψυχική ευφορία: Xρόνια είχα να γελάσω τόσο πολύ. Ήθελα πολύ να γελάσω αλλά κρατήθηκα. (έκφρ.) θα γελάσουν και οι πικραμένοι* ή θα γελάσει ο κάθε πικραμένος. ΦΡ γελώ με την καρδιά* μου. β. χαμογελώ: Tον είδα στο δρόμο και μου γέλασε. γ. έχω χαρωπή όψη: Γελάει ολόκληρος. || (μτφ.): Γέλασε η μέρα, ξημέρωσε χαρούμενη και ελπιδοφόρα. H τύχη γέλασε στο Γιώργο, του φάνηκε ευνοϊκή. (έκφρ.) γελάει το χείλι* μου. ΦΡ γελούν και τα μουστάκια του / και τ΄ αυτιά του, για κπ. που με το ύφος του εκδηλώνει υπέρμετρη χαρά, ικανοποίηση. γελώ κάτω από τα μουστάκια μου, χαμογελώ κρυφά και συνήθ. ειρωνικά. ούτε κλαίει ούτε γελάει, για πράγματα με μέτρια ποιότητα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γελώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15