γδύνω  Verb  [gdino, rdino, gthino, gdynw]

Ähnliche Bedeutung wie γδύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γδύνω

... κουρσάροι «έγδυναν» (έκαναν πλιάτσικο). Έτσι ονομάστηκε το χωριό Γδόχια<από το γδύνω. Το όνομα του χωριού πάντως κατά άλλη εκδοχή πιθανόν να είναι αρχαϊκό ("Εκδόχια") ...

... ή ακόμα κι όταν το άτομο που κατασκοπεύεται/παρακολουθείται (κρυφά), γδύνεται και, γενικότερα, οτιδήποτε κάνει το οποίο θεωρείται προσωπικής φύσης. Αυτός ...

... έχει αγόρι. Στη συνέχεια, η Νατάλια είναι μπροστά από ένα κρεβάτι και γδύνεται και έτσι αποκαλύπτεται πως συμμετέχει σε πορνό ταινία για να βρει έσοδα ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΔΥΝΩ
ntuno">I undress
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γδύνωγδύνουμε, γδύνομεγδύνομαιγδυνόμαστε
γδύνειςγδύνετεγδύνεσαιγδύνεστε, γδυνόσαστε
γδύνειγδύνουν(ε)γδύνεταιγδύνονται
Imper
fekt
έγδυναγδύναμεγδυνόμουν(α)γδυνόμαστε, γδυνόμασταν
έγδυνεςγδύνατεγδυνόσουν(α)γδυνόσαστε, γδυνόσασταν
έγδυνεέγδυναν, γδύναν(ε)γδυνόταν(ε)γδύνονταν, γδυνόντανε, γδυνόντουσαν
Aoristέγδυσαγδύσαμεγδύθηκαγδυθήκαμε
έγδυσεςγδύσατεγδύθηκεςγδυθήκατε
έγδυσεέγδυσαν, γδύσαν(ε)γδύθηκεγδύθηκαν, γδυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω γδύσει
έχω γδυμένο
έχουμε γδύσει
έχουμε γδυμένο
έχω γδυθεί
είμαι γδυμένος, -η
έχουμε γδυθεί
είμαστε γδυμένοι, -ες
έχεις γδύσει
έχεις γδυμένο
έχετε γδύσει
έχετε γδυμένο
έχεις γδυθεί
είσαι γδυμένος, -η
έχετε γδυθεί
είστε γδυμένοι, -ες
έχει γδύσει
έχει γδυμένο
έχουν γδύσει
έχουν γδυμένο
έχει γδυθεί
είναι γδυμένος, -η, -ο
έχουν γδυθεί
είναι γδυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα γδύσει
είχα γδυμένο
είχαμε γδύσει
είχαμε γδυμένο
είχα γδυθεί
ήμουν γδυμένος, -η
είχαμε γδυθεί
ήμαστε γδυμένοι, -ες
είχες γδύσει
είχες γδυμένο
είχατε γδύσει
είχατε γδυμένο
είχες γδυθεί
ήσουν γδυμένος, -η
είχατε γδυθεί
ήσαστε γδυμένοι, -ες
είχε γδύσει
είχε γδυμένο
είχαν γδύσει
είχαν γδυμένο
είχε γδυθεί
ήταν γδυμένος, -η, -ο
είχαν γδυθεί
ήταν γδυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γδύνωθα γδύνουμε, θα γδύνομεθα γδύνομαιθα γδυνόμαστε
θα γδύνειςθα γδύνετεθα γδύνεσαιθα γδύνεστε, θα γδυνόσαστε
θα γδύνειθα γδύνουν(ε)θα γδύνεταιθα γδύνονται
Fut
ur
θα γδύσωθα γδύσουμε, θα γδύσομεθα γδυθώθα γδυθούμε
θα γδύσειςθα γδύσετεθα γδυθείςθα γδυθείτε
θα γδύσειθα γδύσουν(ε)θα γδυθείθα γδυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γδύσει
θα έχω γδυμένο
θα έχουμε γδύσει
θα έχουμε γδυμένο
θα έχω γδυθεί
θα είμαι γδυμένος, -η
θα έχουμε γδυθεί
θα είμαστε γδυμένοι, -ες
θα έχεις γδύσει
θα έχεις γδυμένο
θα έχετε γδύσει
θα έχετε γδυμένο
θα έχεις γδυθεί
θα είσαι γδυμένος, -η
θα έχετε γδυθεί
θα είστε γδυμένοι, -ες
θα έχει γδύσει
θα έχει γδυμένο
θα έχουν γδύσει
θα έχουν γδυμένο
θα έχει γδυθεί
θα είναι γδυμένος, -η, -ο
θα έχουν γδυθεί
θα είναι γδυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γδύνωνα γδύνουμε, να γδύνομενα γδύνομαινα γδυνόμαστε
να γδύνειςνα γδύνετενα γδύνεσαινα γδύνεστε, να γδυνόσαστε
να γδύνεινα γδύνουν(ε)να γδύνεταινα γδύνονται
Aoristνα γδύσωνα γδύσουμε, να γδύσομενα γδυθώνα γδυθούμε
να γδύσειςνα γδύσετενα γδυθείςνα γδυθείτε
να γδύσεινα γδύσουν(ε)να γδυθείνα γδυθούν(ε)
Perfνα έχω γδύσει
να έχω γδυμένο
να έχουμε γδύσει
να έχουμε γδυμένο
να έχω γδυθεί
να είμαι γδυμένος, -η
να έχουμε γδυθεί
να είμαστε γδυμένοι, -ες
να έχεις γδύσει
να έχεις γδυμένο
να έχετε γδύσει
να έχετε γδυμένο
να έχεις γδυθεί
να είσαι γδυμένος, -η
να έχετε γδυθεί
να είστε γδυμένοι, -ες
να έχει γδύσει
να έχει γδυμένο
να έχουν γδύσει
να έχουν γδυμένο
να έχει γδυθεί
να είναι γδυμένος, -η, -ο
να έχουν γδυθεί
να είναι γδυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγδύνεγδύνετεγδύνεστε
Aoristγδύσεγδύσετε, γδύστεγδύσουγδυθείτε
Part
izip
Presγδύνοντας
Perfέχοντας γδύσει, έχοντας γδυμένογδυμένος, -η, -ογδυμένοι, -ες, -α
InfinAoristγδύσειγδυθεί










Griechische Definition zu γδύνω

γδύνω [γδíno] -ομαι : 1. βγάζω τα ρούχα κάποιου· ξεντύνω· (πρβ. γυμνώνω). ANT ντύνω: Γδυθείτε παρακαλώ να σας εξετάσω. || Mερικά ρούχα περισσότερο γδύνουν παρά ντύνουν τις γυναίκες. ΦΡ γδύνω κπ. με τα μάτια, παρατηρώ κπ. επίμονα και προκλητικά. || (επέκτ.) βγάζω τα ρούχα κάποιου για να του φορέσω άλλα: γδύνω το παιδί για να το βάλω στο κρεβάτι, του βάζω τις πιτζάμες. Γδυθήκαμε στις καμπίνες και πέσαμε να κολυμπήσουμε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γδύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15