γαλάζιος    [galazios, ralazios]

blau (ugs.)
  Adj.
(25)
  Adj.
(0)
  Adj.
(0)

Etymologie zu γαλάζιος

γαλάζιος mittelgriechisch γαλάζιος Koine-Griechisch κάλαϊς


GriechischDeutsch
Αλλά ο μόνος λόγος που ο ουρανός φαίνεται γαλάζιος την ημέρα είναι γιατί το φως του ήλιου σκεδάζεται από την ατμόσφαιρα αν δεν είχαμε ατμόσφαιρα (όπως στο φεγγάρι), ο ουρανός θα ήταν πάντα σκοτεινός, ακόμη και αν ο ήλιος έλαμπε.Aber der Himmel sieht tagsüber nur blau aus, weil das Sonnenlicht von der Atmospähere zerstreut wird wenn wir keine Atmosphäre hätten (wie auf dem Mond), wäre der Himmel immer schwarz, sogar wenn die Sonne scheint.

Übersetzung nicht bestätigt


Synonyme zu γαλάζιος

  • κυανόγλαυκος
  • γαλανός
  • κυανός
  • μπλε

Ähnliche Bedeutung wie γαλάζιος

Ähnliche Wörter zu γαλάζιος


Grammatik

Noch keine Grammatik zu γαλάζιος.



Griechische Definition zu γαλάζιος

γαλάζιος· γαλάζος· ουδ. γαλάζιν.

Γαλαζοπράσινος, γαλανός:
κοντάριον … γαλάζιον χρυσωμένον (Διγ. Άνδρ. 31914).
Το ουδ. ως ουσ. = το γαλάζιο χρώμα:
εις την ποδέαν σου βένετον, στην ράχην σου γαλάζιν (Πουλολ. 337 κριτ. υπ).
[<επίθ. γαλάιζος (Αχμέτ 17022 κριτ. υπ.) <ουδ. μτχ. γαλαΐζον του μτγν. γαλαΐζω (DGE, LBG) <*καλαΐζω <μτγν. ουσ. κάλαϊς. Ο τ. ζος στον Αχμέτ ό.π. Η λ. στο Du Cange και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback