βούλομαι  Verb  [vulome, boylomai]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie βούλομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βούλομαι

... Συντεταγμένες: 37°51′N 23°45′E / 37.850°N 23.750°E / 37.850; 23.750 Η Βούλα είναι νότιο προάστιο της Αθήνας, χτισμένη στα παράλια του Σαρωνικού, 25 ...

... η "Βουλή", είναι η "Κάτω Βουλή" του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών, με την "Άνω Βουλή" να είναι η Γερουσία. Η σύνθεση και οι εξουσίες της Βουλής και ...

... Η Βουλή - Τηλεόραση είναι ο τηλεοπτικός σταθμός της Βουλής των Ελλήνων. Διοικητικά αποτελεί οργανική μονάδα της Βουλής των Ελλήνων υπαγόμενη απευθείας ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΟΥΛΟΜΑΙ
I wish
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βούλομαιβουλόμαστε
βούλεσαιβούλεστε, βουλόσαστε
βούλεταιβούλονται
Imper
fekt
βουλόμουν(α)βουλόμαστε, βουλόμασταν
βουλόσουν(α)βουλόσαστε, βουλόσασταν
βουλόταν(ε)βούλονταν, βουλόντανε, βουλόντουσαν
Aoristβουλήθηκαβουληθήκαμε
βουλήθηκεςβουληθήκατε
βουλήθηκεβουλήθηκαν, βουληθήκαν(ε)
Per
fect
έχω βουληθείέχουμε βουληθεί
έχεις βουληθείέχετε βουληθεί
έχει βουληθείέχουν βουληθεί
Plu
per
fect
είχα βουληθείείχαμε βουληθεί
είχες βουληθείείχατε βουληθεί
είχε βουληθείείχαν βουληθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βούλομαιθα βουλόμαστε
θα βούλεσαιθα βούλεστε, θα βουλόσαστε
θα βούλεταιθα βούλονται
Fut
ur
θα βουληθώθα βουληθούμε
θα βουληθείςθα βουληθείτε
θα βουληθείθα βουληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βουληθείθα έχουμε βουληθεί
θα έχεις βουληθείθα έχετε βουληθεί
θα έχει βουληθείθα έχουν βουληθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βούλομαινα βουλόμαστε
να βούλεσαινα βούλεστε, να βουλόσαστε
να βούλεταινα βούλονται
Aoristνα βουληθώνα βουληθούμε
να βουληθείςνα βουληθείτε
να βουληθείνα βουληθούν(ε)
Perfνα έχω βουληθείνα έχουμε βουληθεί
να έχεις βουληθείνα έχετε βουληθεί
να έχει βουληθείνα έχουν βουληθεί
Imper
ativ
Presβούλεστε
Aoristβουλήσουβουληθείτε
Part
izip
Presβουλόμενος
Perf
InfinAoristβουληθεί


Griechische Definition zu βούλομαι

βούλομαι.

1) Θέλω, επιθυμώ, λογαριάζω, σκέπτομαι:
(Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [203]), (Συναξ. γυν. 177).
2) Αποφασίζω:
σήμερον εβουλήθηκα να πα τη βρω (Πανώρ. Δ´ 241).
3) (Απρόσ., ιδ. στον αόρ.) μου ήρθε η επιθυμία να …:
μήπως … της βουληθεί … και πιάσει το μαχαίρι (Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε´ [277]
εβουλήθη μου και έπιασα και έγραψά το (Τριβ., Ρε 365).
[αρχ. βούλομαι. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βούλομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15