βουτώ  Verb  [vuto, boytw]

Ähnliche Bedeutung wie βουτώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze tauchen

... Wenn wir so denken, tauchen viele Probleme auf. ...

... Bei der Untersuchung des pH-Werts (sauer, neutral, basisch) einer Flüssigkeit tränken Sie das Lackmuspapier nicht vollständig mit Flüssigkeit, sondern tauchen Sie nur das Ende des Papiers ein. ...

... Wir tauchen in Ägypten unter. ...

Quelle: virgil, samueldora, Sudajaengi

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
βουτήξει
μετοχή (ενεστώτας)
βουτώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας βουτώ και βουτάω βουτάς βουτά και βουτάει βουτούμε και βουτάμε βουτάτε βουτούν και βουτάνε
παρατατικός βουτούσα βουτούσες βουτούσε βουτούσαμε βουτούσατε βουτούσαν(ε)
αόριστος βούτηξα βούτηξες βούτηξε βουτήξαμε βουτήξατε βούτηξαν και βουτήξανε
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα βουτώ και θα βουτάω θα βουτάς θα βουτά και θα βουτάει θα βουτούμε και θα βουτάμε θα βουτάτε θα βουτούν(ε) και θα βουτάνε
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα βουτήξω θα βουτήξεις θα βουτήξει θα βουτήξο(υ)με θα βουτήξετε θα βουτήξουν(ε)









Person Wortform
Präsens ich tunke
du tunkst
er, sie, es tunkt
Präteritum ich tunkte
Konjunktiv II ich tunkte
Imperativ Singular tunk!
tunke!
Plural tunkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
getunkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:tunken



Person Wortform
Präsens ich klaue
du klaust
er, sie, es klaut
Präteritum ich klaute
Konjunktiv II ich klaute
Imperativ Singular klaue!
klau!
Plural klaut!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geklaut haben
Alle weiteren Formen: Flexion:klauen




Griechische Definition zu βουτώ

βουτώ· μτχ. παρκ. βουτισμένος.

Α´ Μτβ.
1) Βυθίζω κ. σε νερό ή σ’ άλλο υγρό:
να βουτήσει ο ιεριάς το δάχτυλό του εις το αίμα (Πεντ. Λευιτ. IV 6).
2) Φρ. βουτώ εις λύπες κάπ. = στενοχωρώ κάπ.:
(Μαρκάδ. 508).
Β´ (Αμτβ.) κάνω βουτιά, βουτώ:
μες στα κύματα εβούτηξε κι εχάθη (Σουμμ., Παστ. φίδ. Α´ [987]).
[<βουτίζω (13. αι., LBG) <αρχ. βυθίζω. Η λ. στο Somav. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βουτώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15