βομβαρδίζω  Verb  [vomvardizo, vomvarthizo, bombardizw]

Ähnliche Bedeutung wie βομβαρδίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βομβαρδίζω

... πυρήνας βομβαρδίζεται με νετρόνιο(α) και εκλύει ενέργεια, άλλους πιο ελαφρείς πυρήνες και νετρόνια. Με τη σειρά τους τα παραγόμενα νετρόνια βομβαρδίζουν άλλους ...

... Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ στο Εργαστήριο Ακτινοβολιών βομβαρδίζοντας κιούριο με σωματίδια άλφα. Πρόκειται για πολύ επικίνδυνο υλικό, ειδικά ...

... Παγκόσμιου Πολέμου, το Μαγδεβούργο (τότε μια πόλη περίπου 340.000 κατοίκων) βομβαρδίζεται το 1945. Μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών, το 1990, το Μαγδεβούργο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zumüllen

... (Volltext als PDF) Annie Leonard: The Story of Stuff - Wie wir unsere Erde zumüllen. Econ, Berlin 2010, ISBN 978-3-430-20083-7. Helmut Paschlau, Ermbrecht ...

... den weißen Siedlern, durch moderne Landwirtschaft, Überdüngung und durch zumüllen zerstört worden sind. Das Ministry of Agriculture and Forestry (MAF) startete ...

... Detlef Borchers sprach 2005 in diesem Zusammenhang von „zuschlämmen“ und „zumüllen“. Eine weltanschaulich neutrale Darstellung philosophischer Sachverhalte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΟΜΒΑΡΔΙΖΩ
I bomb
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βομβαρδίζωβομβαρδίζουμε, βομβαρδίζομεβομβαρδίζομαιβομβαρδιζόμαστε
βομβαρδίζειςβομβαρδίζετεβομβαρδίζεσαιβομβαρδίζεστε, βομβαρδιζόσαστε
βομβαρδίζειβομβαρδίζουν(ε)βομβαρδίζεταιβομβαρδίζονται
Imper
fekt
βομβάρδιζαβομβαρδίζαμεβομβαρδιζόμουν(α)βομβαρδιζόμαστε, βομβαρδιζόμασταν
βομβάρδιζεςβομβαρδίζατεβομβαρδιζόσουν(α)βομβαρδιζόσαστε, βομβαρδιζόσασταν
βομβάρδιζεβομβάρδιζαν, βομβαρδίζαν(ε)βομβαρδιζόταν(ε)βομβαρδίζονταν, βομβαρδιζόντανε, βομβαρδιζόντουσαν
Aoristβομβάρδισαβομβαρδίσαμεβομβαρδίστηκαβομβαρδιστήκαμε
βομβάρδισεςβομβαρδίσατεβομβαρδίστηκεςβομβαρδιστήκατε
βομβάρδισεβομβάρδισαν, βομβαρδίσαν(ε)βομβαρδίστηκεβομβαρδίστηκαν, βομβαρδιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω βομβαρδίσει
έχω βομβαρδισμένο
έχουμε βομβαρδίσει
έχουμε βομβαρδισμένο
έχω βομβαρδιστεί
είμαι βομβαρδισμένος, -η
έχουμε βομβαρδιστεί
είμαστε βομβαρδισμένοι, -ες
έχεις βομβαρδίσει
έχεις βομβαρδισμένο
έχετε βομβαρδίσει
έχετε βομβαρδισμένο
έχεις βομβαρδιστεί
είσαι βομβαρδισμένος, -η
έχετε βομβαρδιστεί
είστε βομβαρδισμένοι, -ες
έχει βομβαρδίσει
έχει βομβαρδισμένο
έχουν βομβαρδίσει
έχουν βομβαρδισμένο
έχει βομβαρδιστεί
είναι βομβαρδισμένος, -η, -ο
έχουν βομβαρδιστεί
είναι βομβαρδισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βομβαρδίσει
είχα βομβαρδισμένο
είχαμε βομβαρδίσει
είχαμε βομβαρδισμένο
είχα βομβαρδιστεί
ήμουν βομβαρδισμένος, -η
είχαμε βομβαρδιστεί
ήμαστε βομβαρδισμένοι, -ες
είχες βομβαρδίσει
είχες βομβαρδισμένο
είχατε βομβαρδίσει
είχατε βομβαρδισμένο
είχες βομβαρδιστεί
ήσουν βομβαρδισμένος, -η
είχατε βομβαρδιστεί
ήσαστε βομβαρδισμένοι, -ες
είχε βομβαρδίσει
είχε βομβαρδισμένο
είχαν βομβαρδίσει
είχαν βομβαρδισμένο
είχε βομβαρδιστεί
ήταν βομβαρδισμένος, -η, -ο
είχαν βομβαρδιστεί
ήταν βομβαρδισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βομβαρδίζωθα βομβαρδίζουμε, θα βομβαρδίζομεθα βομβαρδίζομαιθα βομβαρδιζόμαστε
θα βομβαρδίζειςθα βομβαρδίζετεθα βομβαρδίζεσαιθα βομβαρδίζεστε, θα βομβαρδιζόσαστε
θα βομβαρδίζειθα βομβαρδίζουν(ε)θα βομβαρδίζεταιθα βομβαρδίζονται
Fut
ur
θα βομβαρδίσωθα βομβαρδίσουμε, θα βομβαρδίζομεθα βομβαρδιστώθα βομβαρδιστούμε
θα βομβαρδίσειςθα βομβαρδίσετεθα βομβαρδιστείςθα βομβαρδιστείτε
θα βομβαρδίσειθα βομβαρδίσουν(ε)θα βομβαρδιστείθα βομβαρδιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βομβαρδίσει
θα έχω βομβαρδισμένο
θα έχουμε βομβαρδίσει
θα έχουμε βομβαρδισμένο
θα έχω βομβαρδιστεί
θα είμαι βομβαρδισμένος, -η
θα έχουμε βομβαρδιστεί
θα είμαστε βομβαρδισμένοι, -ες
θα έχεις βομβαρδίσει
θα έχεις βομβαρδισμένο
θα έχετε βομβαρδίσει
θα έχετε βομβαρδισμένο
θα έχεις βομβαρδιστεί
θα είσαι βομβαρδισμένος, -η
θα έχετε βομβαρδιστεί
θα είστε βομβαρδισμένοι, -ες
θα έχει βομβαρδίσει
θα έχει βομβαρδισμένο
θα έχουν βομβαρδίσει
θα έχουν βομβαρδισμένο
θα έχει βομβαρδιστεί
θα είναι βομβαρδισμένος, -η, -ο
θα έχουν βομβαρδιστεί
θα είναι βομβαρδισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βομβαρδίζωνα βομβαρδίζουμε, να βομβαρδίζομενα βομβαρδίζομαινα βομβαρδιζόμαστε
να βομβαρδίζειςνα βομβαρδίζετενα βομβαρδίζεσαινα βομβαρδίζεστε, να βομβαρδιζόσαστε
να βομβαρδίζεινα βομβαρδίζουν(ε)να βομβαρδίζεταινα βομβαρδίζονται
Aoristνα βομβαρδίσωνα βομβαρδίσουμε, να βομβαρδίσομενα βομβαρδιστώνα βομβαρδιστούμε
να βομβαρδίσειςνα βομβαρδίσετενα βομβαρδιστείςνα βομβαρδιστείτε
να βομβαρδίσεινα βομβαρδίσουν(ε)να βομβαρδιστείνα βομβαρδιστούν(ε)
Perfνα έχω βομβαρδίσει
να έχω βομβαρδισμένο
να έχουμε βομβαρδίσει
να έχουμε βομβαρδισμένο
να έχω βομβαρδιστεί
να είμαι βομβαρδισμένος, -η
να έχουμε βομβαρδιστεί
να είμαστε βομβαρδισμένοι, -ες
να έχεις βομβαρδίσει
να έχεις βομβαρδισμένο
να έχετε βομβαρδίσει
να έχετε βομβαρδισμένο
να έχεις βομβαρδιστεί
να είσαι βομβαρδισμένος, -η
να έχετε βομβαρδιστεί
να είστε βομβαρδισμένοι, -ες
να έχει βομβαρδίσει
να έχει βομβαρδισμένο
να έχουν βομβαρδίσει
να έχουν βομβαρδισμένο
να έχει βομβαρδιστεί
να είναι βομβαρδισμένος, -η, -ο
να έχουν βομβαρδιστεί
να είναι βομβαρδισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβομβάρδιζεβομβαρδίζετεβομβαρδίζεστε
Aoristβομβάρδισεβομβαρδίστεβομβαρδίσουβομβαρδιστείτε
Part
izip
Presβομβαρδίζονταςβομβαρδιζόμενος
Perfέχοντας βομβαρδίσει, έχοντας βομβαρδισμένοβομβαρδισμένος, -η, -οβομβαρδισμένοι, -ες, -α
InfinAoristβομβαρδίσειβομβαρδιστεί






Griechische Definition zu βομβαρδίζω

βομβαρδίζω [vomvarδízo] -ομαι : 1. ρίχνω βόμβες ή βλήματα πυροβολικού: Tα αεροπλάνα βομβάρδισαν την πρωτεύουσα. Tο πυροβολικό βομβάρδιζε επί ώρες τις εχθρικές θέσεις. Tο Λονδίνο βομβαρδίστηκε σφοδρά κατά τη διάρκεια του πολέμου. Bομβαρδισμένο σπίτι / χωριό / πλοίο, χτυπημένο, κατεστραμμένο από βόμβες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βομβαρδίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15