βιάζω  Verb  [viazo, biazw]

Ähnliche Bedeutung wie βιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βιάζω

... Ο Ιωσήφ Σπυρίδων Δεβιάζης (αναφέρεται και ως Δε Βιάζης ή Δε - Βιάζης, 13 Μαΐου 1849 - 10 Μαρτίου 1927) ήταν Έλληνας λόγιος και ιστοριοδίφης του 19ου και ...

... φιλενάδας του, του φίλου του Μπόμπ, και στην πρώην σύζυγό του. Ο φίλος του βιάζει και στραγγαλίζει τις δύο γυναίκες και ενοχοποιεί τον ίδιο στην αστυνομία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zwingen

... Die Umstände zwingen uns, so zu handeln. Aber im Normalfall wäre das ein Fehler. ...

... Schlachthöfe zwingen zur Hygiene. ...

... Oberflächlich betrachtet ist es der Versuch, Online-Händler zu zwingen ihren Firmensitz nach Weißrussland zu verlegen, damit sie dort Steuern zahlen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΒΙΑΖΩ
I force, rape
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βιάζωβιάζουμε, βιάζομεβιάζομαιβιαζόμαστε
βιάζειςβιάζετεβιάζεσαιβιάζεστε, βιαζόσαστε
βιάζειβιάζουν(ε)βιάζεταιβιάζονται
Imper
fekt
βίαζα, έβιαζαβιάζαμεβιαζόμουν(α)βιαζόμαστε, βιαζόμασταν
βίαζες, έβιαζεςβιάζατεβιαζόσουν(α)βιαζόσαστε, βιαζόσασταν
βίαζε, έβιαζεβίαζαν, βιάζαν(ε), έβιαζανβιαζόταν(ε)βιάζονταν, βιαζόντανε, βιαζόντουσαν
Aoristβίασα, έβιασαβιάσαμεβιάστηκαβιαστήκαμε
βίασες, έβιασεςβιάσατεβιάστηκεςβιαστήκατε
βίασε, έβιασεβίασαν, βιάσαν(ε), έβιασανβιάστηκεβιάστηκαν, βιαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω βιάσει
έχω βιασμένο
έχουμε βιάσει
έχοθμε βιασμένο
έχω βιαστεί
είμαι βιασμένος, -η
έχουμε βιαστεί
είμαστε βιασμένοι, -ες
έχεις βιάσει
έχεις βιασμένο
έχετε βιάσει
έχετε βιασμένο
έχεις βιαστεί
είσαι βιασμένος, -η
έχετε βιαστεί
είστε βιασμένοι, -ες
έχει βιάσει
έχει βιασμένο
έχουν βιάσει
έχουν βιασμένο
έχει βιαστεί
είναι βιασμένος, -η, -ο
έχουν βιαστεί
είναι βιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βιάσει
είχα βιασμένο
είχαμε βιάσει
είχαμε βιασμένο
είχα βιαστεί
ήμουν βιασμένος, -η
είχαμε βιαστεί
ήμαστε βιασμένοι, -ες
είχες βιάσει
είχες βιασμένο
είχατε βιάσει
είχατε βιασμένο
είχες βιαστεί
ήσουν βιασμένος, -η
είχατε βιαστεί
ήσαστε βιασμένοι, -ες
είχε βιάσει
είχε βιασμένο
είχαν βιάσει
είχαν βιασμένο
είχε βιαστεί
ήταν βιασμένος, -η, -ο
είχαν βιαστεί
ήταν βιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βιάζωθα βιάζουμε, θα βιάζομεθα βιάζομαιθα βιαζόμαστε
θα βιάζειςθα βιάζετεθα βιάζεσαιθα βιάζεστε, θα βιαζόσατε
θα βιάζειθα βιάζουν(ε)θα βιάζεταιθα βιάζονται
Fut
ur
θα βιάσωθα βιάσουμε, θα βιάσομεθα βιαστώθα βιαστούμε
θα βιάσειςθα βιάσετεθα βιαστείςθα βιαστείτε
θα βιάσειθα βιάσουν(ε)θα βιαστείθα βιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βιάσει
θα έχω βιασμένο
θα έχουμε βιάσει
θα έχουμε βιασμένο
θα έχω βιαστεί
θα είμαι βιασμένος, -η
θα έχουμε βιαστεί
θα είμαστε βιασμένοι, -ες
θα έχεις βιάσει
θα έχεις βιασμένο
θα έχετε βιάσει
θα έχετε βιασμένο
θα έχεις βιαστεί
θα είσαι βιασμένος, -η
θα έχετε βιαστεί
θα είστε βιασμένοι, -ες
θα έχει βιάσει
θα έχει βιασμένο
θα έχουν βιάσει
θα έχουν βιασμένο
θα έχει βιαστεί
θα είναι βιασμένος, -η, -ο
θα έχουν βιαστεί
θα είναι βιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βιάζωνα βιάζουμενα βιάζομαινα βιαζόμαστε
να βιάζειςνα βιάζετενα βιάζεσαινα βιάζεστε, να βιαζόσαστε
να βιάζεινα βιάζουν(ε)να βιάζεταινα βιάζονται
Aoristνα βιάσωνα βιάσουμενα βιαστώνα βιαστούμε
να βιάσειςνα βιάσετενα βιαστείςνα βιαστείτε
να βιάσεινα βιάσουν(ε)να βιαστείνα βιαστούν(ε)
Perfνα έχω βιάσει
να έχω βιασμένο
να έχουμε βιάσει
να έχουμε βιασμένο
να έχω βιαστεί
να είμαι βιασμένος, -η
να έχουμε βιαστεί
να είμαστε βιασμένοι, -ες
να έχεις βιάσει
να έχεις βιασμένο
να έχετε βιάσει
να έχετε βιασμένο
να έχεις βιαστεί
να είσαι βιασμένος, -η
να έχετε βιαστεί
να είστε βιασμένοι, -ες
να έχει βιάσει
να έχει βιασμένο
να έχουν βιάσει
να έχουν βιασμένο
να έχει βιαστεί
να είναι βιασμένος, -η, -ο
να έχουν βιαστεί
να είναι βιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβίαζεβιάζετεβιάζεστε
Aoristβίασεβιάστεβιάσουβιαστείτε
Part
izip
Presβιάζοντας
Perfέχοντας βιάσει, έχοντας βιασμένοβιασμένος, -η, -οβιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristβιάσειβιαστεί






Griechische Definition zu βιάζω

βιάζω.

I. Ενεργ.
Α´ Μτβ.
1)
α) Μεταχειρίζομαι βία (εναντίον κάπ.), αναγκάζω διά της βίας, υποχρεώνω:
να μπαρκαριστούσιν έβιαζέν τους (Λεηλ. Παροικ. 596· Σαχλ., Αφήγ. 543), (Διγ. Άνδρ. 33110
β) αναγκάζω, εξαναγκάζω:
(Χρον. Μορ. P 5728
το θέλημα τ’ αφέντη μου κι η ορδινιά με βιάζει (Θυσ. 278
γ) (προκ. για τον άνεμο):
(Σκλάβ. 222
δ) αναγκάζω διά της βίας γυναίκα σε ερωτική ένωση:
(Διγ. Άνδρ. 37530
ε) αφαιρώ την αγνότητα, την παρθενιά κόρης (παρά τη θέλησή της):
εκ Θεού τηρείτ’ η παρθενιά μου και δεν ευρέθηκεν τινάς ως διά να με βιάσει (Απολλών. 737
στ) πιέζω (κάπ.), πιέζω φορτικά:
μετά όρκου με βιάζει να τον ειπώ είτι κακόν και αν έπαθα (Λίβ. Sc. 1463· Σαχλ. A´ PM 180
ζ) καταπιέζω, φέρνω σε δύσκολη θέση, «ζορίζω»:
(Σαχλ. A´ PM 283).
2) Παρακινώ, παροτρύνω έντονα:
ν’ αρματωθού να τ’ ακλουθού στον πόλεμο τσι βιάζει (Ερωτόκρ. Δ´ 998· Διγ. Z 4347).
3) Καταπονώ:
(Πεντ. Γέν. XXXIII 13).
4) Προσπαθώ:
να μου φύγεις βιάζεις; (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β´ [1142]).
Β´ (Αμτβ., προκ. για κύμα, νερό) ταράζομαι, γίνομαι ορμητικός:
(Πεντ. Γέν. ΧLIX 4).
II. Μέσ.
1) (Μτβ.) μεταχειρίζομαι βία, υποχρεώνω με τη βία:
(Διγ. Z 767).
2) Δυσκολεύομαι:
Εάν ρέγχῃ ο ιέραξ … και βιάζηται του φαγείν (Ιερακοσ. 43526).
3) Πιέζω τον εαυτό μου (να κάνει κ.), προσπαθώ:
(Χρον. Μορ. H 4298).
4) Επείγομαι, βιάζομαι, σπεύδω:
εβιάζετον να σώσει εις την χώραν Καππαδοκίαν (Διγ. Άνδρ. 4017
εβιάστη δυνατά φουσσάτα να σωρέψει (Χρον. Μορ. H 3240).
5) Βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση:
όταν βιάζεσαι πολλά να εύρεις να σου δανείζουν (Διδ. Σολομ. Ρ 69).
6) Επιμένω πιεστικά:
(Βίος Αλ. 4989).
7) Καταπτοούμαι, καταπλήσσομαι, τρομάζω:
(Πεντ. Δευτ. XX 3).
8) Καταβάλλω έντονη προσπάθεια:
βιαζόμενος ν’ αγοραστεί με χρήματα υπερπύρων (Χρον. Μορ. H 4323).
9) Κάνω γρήγορα, βιάζομαι:
βιάζου πολλά, μηδέν αργείς (Απόκοπ. 478).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
1) Που γίνεται με δυσκολία:
το ρίψιμον αυτού ένι βεβιασμένον και κολλώδες (Ορνεοσ. 5829).
2) (Προκ. για ποταμό) φουσκωμένος και ορμητικός (από τη βροχή):
(Κυπρ. ερωτ. 1073).
[αρχ. βιάζω. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15