αφομοιώνω  Verb  [afomiono, afomoiwnw]

Ähnliche Bedeutung wie αφομοιώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αφομοιώνω

... ποιότητα του ποδοσφαίρου ως θέαμα. Εντούτοις, κάθε νέα αναθεώρηση δεν αφομοιώνεται εύκολα και έχουν υπάρξει αντιδράσεις., καθώς επιτυγχάνονται συχνά γκολ ...

... κατακτήσεων, οι Ρωμαίοι υιοθετούσαν μυθολογικά στοιχεία των λαών που αφομοίωναν και δεν ήταν σπάνιο ναοί αφιερωμένοι στις ρωμαϊκές θεότητες να συνυπάρχουν ...

... τη δύναμη που είχαν οι φορείς της στο παρελθόν και σταδιακά άρχισε να αφομοιώνεται από το νέο σύστημα, κρατώντας απλά την αίγλη των πάλαι ποτέ ιδεών της ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΦΟΜΟΙΩΝΩ
I assimilate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αφομοιώνωαφομοιώνουμε, αφομοιώνομεαφομοιώνομαιαφομοιωνόμαστε
αφομοιώνειςαφομοιώνετεαφομοιώνεσαιαφομοιώνεστε, αφομοιωνόσαστε
αφομοιώνειαφομοιώνουν(ε)αφομοιώνεταιαφομοιώνονται
Imper
fekt
αφομοίωνααφομοιώναμεαφομοιωνόμουν(α)αφομοιωνόμαστε, αφομοιωνόμασταν
αφομοίωνεςαφομοιώνατεαφομοιωνόσουν(α)αφομοιωνόσαστε, αφομοιωνόσασταν
αφομοίωνεαφομοίωναν, αφομοιώναν(ε)αφομοιωνόταν(ε)αφομοιώνονταν, αφομοιωνόντανε, αφομοιωνόντουσαν
Aoristαφομοίωσααφομοιώσαμεαφομοιώθηκααφομοιωθήκαμε
αφομοίωσεςαφομοιώσατεαφομοιώθηκεςαφομοιωθήκατε
αφομοίωσεαφομοίωσαν, αφομοιώσαν(ε)αφομοιώθηκεαφομοιώθηκαν, αφομοιωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αφομοιώσει
έχω αφομοιωμένο
έχουμε αφομοιώσει
έχουμε αφομοιωμένο
έχω αφομοιωθεί
είμαι αφομοιωμένος, -η
έχουμε αφομοιωθεί
είμαστε αφομοιωμένοι, -ες
έχεις αφομοιώσει
έχεις αφομοιωμένο
έχετε αφομοιώσει
έχετε αφομοιωμένο
έχεις αφομοιωθεί
είσαι αφομοιωμένος, -η
έχετε αφομοιωθεί
είστε αφομοιωμένοι, -ες
έχει αφομοιώσει
έχει αφομοιωμένο
έχουν αφομοιώσει
έχουν αφομοιωμένο
έχει αφομοιωθεί
είναι αφομοιωμένος, -η, -ο
έχουν αφομοιωθεί
είναι αφομοιωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αφομοιώσει
είχα αφομοιωμένο
είχαμε αφομοιώσει
είχαμε αφομοιωμένο
είχα αφομοιωθεί
ήμουν αφομοιωμένος, -η
είχαμε αφομοιωθεί
ήμαστε αφομοιωμένοι, -ες
είχες αφομοιώσει
είχες αφομοιωμένο
είχατε αφομοιώσει
είχατε αφομοιωμένο
είχες αφομοιωθεί
ήσουν αφομοιωμένος, -η
είχατε αφομοιωθεί
ήσαστε αφομοιωμένοι, -ες
είχε αφομοιώσει
είχε αφομοιωμένο
είχαν αφομοιώσει
είχαν αφομοιωμένο
είχε αφομοιωθεί
ήταν αφομοιωμένος, -η, -ο
είχαν αφομοιωθεί
ήταν αφομοιωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αφομοιώνωθα αφομοιώνουμε, θα αφομοιώνομεθα αφομοιώνομαιθα αφομοιωνόμαστε
θα αφομοιώνειςθα αφομοιώνετεθα αφομοιώνεσαιθα αφομοιώνεστε, θα αφομοιωνόσαστε
θα αφομοιώνειθα αφομοιώνουν(ε)θα αφομοιώνεταιθα αφομοιώνονται
Fut
ur
θα αφομοιώσωθα αφομοιώσουμε, θα αφομοιώσομεθα αφομοιωθώθα αφομοιωθούμε
θα αφομοιώσειςθα αφομοιώσετεθα αφομοιωθείςθα αφομοιωθείτε
θα αφομοιώσειθα αφομοιώσουνθα αφομοιωθείθα αφομοιωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αφομοιώσει
θα έχω αφομοιωμένο
θα έχουμε αφομοιώσει
θα έχουμε αφομοιωμένο
θα έχω αφομοιωθεί
θα είμαι αφομοιωμένος, -η
θα έχουμε αφομοιωθεί
θα είμαστε αφομοιωμένοι, -ες
θα έχεις αφομοιώσει
θα έχεις αφομοιωμένο
θα έχετε αφομοιώσει
θα έχετε αφομοιωμένο
θα έχεις αφομοιωθεί
θα είσαι αφομοιωμένος, -η
θα έχετε αφομοιωθεί
θα είστε αφομοιωμένοι, -ες
θα έχει αφομοιώσει
θα έχει αφομοιωμένο
θα έχουν αφομοιώσει
θα έχουν αφομοιωμένο
θα έχει αφομοιωθεί
θα είναι αφομοιωμένος, -η, -ο
θα έχουν αφομοιωθεί
θα είναι αφομοιωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αφομοιώνωνα αφομοιώνουμε, να αφομοιώνομενα αφομοιώνομαινα αφομοιωνόμαστε
να αφομοιώνειςνα αφομοιώνετενα αφομοιώνεσαινα αφομοιώνεστε, να αφομοιωνόσαστε
να αφομοιώνεινα αφομοιώνουν(ε)να αφομοιώνεταινα αφομοιώνονται
Aoristνα αφομοιώσωνα αφομοιώσουμε, να αφομοιώσομενα αφομοιωθώνα αφομοιωθούμε
να αφομοιώσειςνα αφομοιώσετενα αφομοιωθείςνα αφομοιωθείτε
να αφομοιώσεινα αφομοιώσουν(ε)να αφομοιωθείνα αφομοιωθούν(ε)
Perfνα έχω αφομοιώσει
να έχω αφομοιωμένο
να έχουμε αφομοιώσει
να έχουμε αφομοιωμένο
να έχω αφομοιωθεί
να είμαι αφομοιωμένος, -η
να έχουμε αφομοιωθεί
να είμαστε αφομοιωμένοι, -ες
να έχεις αφομοιώσει
να έχεις αφομοιωμένο
να έχετε αφομοιώσει
να έχετε αφομοιωμένο
να έχεις αφομοιωθεί
να είσαι αφομοιωμένος, -η
να έχετε αφομοιωθεί
να είστε αφομοιωμένοι, -ες
να έχει αφομοιώσει
να έχει αφομοιωμένο
να έχουν αφομοιώσει
να έχουν αφομοιωμένο
να έχει αφομοιωθεί
να είναι αφομοιωμένος, -η, -ο
να έχουν αφομοιωθεί
να είναι αφομοιωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαφομοίωνεαφομοιώνετεαφομοιώνεστε
Aoristαφομοίωσεαφομοιώστε, αφομοιώσετεαφομοιώσουαφομοιωθείτε
Part
izip
Presαφομοιώνοντας
Perfέχοντας αφομοιώσει, έχοντας αφομοιωμένοαφομοιωμένος, -η, -οαφομοιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristαφομοιώσειαφομοιωθεί








Griechische Definition zu αφομοιώνω

αφομοιώνω [afomióno] -ομαι : για κτ. το οποίο απορροφάται από κτ. άλλο και γίνεται όμοιο με αυτό, με τρόπο που να μη διακρίνονται πια καθόλου τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. 1. (βιολ.) για τους ζωντανούς οργανισμούς, προσλαμβάνω και μετασχηματίζω σε δικά μου συστατικά τις θρεπτικές ουσίες που παίρνω κατά τη θρέψη: Mερικές τροφές αφομοιώνονται εύκολα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αφομοιώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15