αυξάνω  Verb  [afksano, ayksanw]

Ähnliche Bedeutung wie αυξάνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze aufstocken

... Löhne noch weiter zu senken.Heike Göbel wies in der FAZ darauf hin, dass Aufstocken zwar Menschen helfe, „Chancen auf eine bessere Arbeit zu wahren. Es bietet ...

... Gasförderer aufstocken forbes.com:Leonid Michelson Rian.ru:Vorstandschef Michelson will Beteiligung an Russlands zweitgrößtem Gasförderer aufstocken Novatek ...

... 144 Mio. € (Stand 2013) Branche Fertighausbau; Fertigkeller; Umbauen, Anbauen, Aufstocken; Vollholz- und Stahlholztreppen Website www.fingerhaus.de ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΥΞΑΝΩ
I increase
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αυξάνωαυξάνουμε, αυξάνομεαυξάνομαιαυξανόμαστε
αυξάνειςαυξάνετεαυξάνεσαιαυξάνεστε, αυξανόσαστε
αυξάνειαυξάνουν(ε)αυξάνεταιαυξάνονται
Imper
fekt
αύξανααυξάναμεαυξανόμουν(α)αυξανόμαστε, αυξανόμασταν
αύξανεςαυξάνατεαυξανόσουν(α)αυξανόσαστε, αυξανόσασταν
αύξανεαύξαναν, αυξάναν(ε)αυξανόταν(ε)αυξάνονταν, αυξανόντανε, αυξανόντουσαν
Aoristαύξησααυξήσαμεαυξήθηκααυξηθήκαμε
αύξησεςαυξήσατεαυξήθηκεςαυξηθήκατε
αύξησεαύξησαν, αυξήσαν(ε)αυξήθηκεαυξήθηκαν, αυξηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αυξήσειέχουμε αυξήσειέχω αυξηθεί
είμαι αυξημένος, -η
έχουμε αυξηθεί
είμαστε αυξημένοι, -ες
έχεις αυξήσειέχετε αυξήσειέχεις αυξηθεί
είσαι αυξημένος, -η
έχετε αυξηθεί
είστε αυξημένοι, -ες
έχει αυξήσειέχουν αυξήσειέχει αυξηθεί
είναι αυξημένος, -η, -ο
έχουν αυξηθεί
είναι αυξημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αυξήσειείχαμε αυξήσειείχα αυξηθεί
ήμουν αυξημένος, -η
είχαμε αυξηθεί
ήμαστε αυξημένοι, -ες
είχες αυξήσειείχατε αυξήσειείχες αυξηθεί
ήσουν αυξημένος, -η
είχατε αυξηθεί
ήσαστε αυξημένοι, -ες
είχε αυξήσειείχαν αυξήσειείχε αυξηθεί
ήταν αυξημένος, -η, -ο
είχαν αυξηθεί
ήταν αυξημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αυξάνωθα αυξάνουμε, θα αυξάνομεθα αυξάνομαιθα αυξανόμαστε
θα αυξάνειςθα αυξάνετεθα αυξάνεσαιθα αυξάνεστε, θα αυξανόσαστε
θα αυξάνειθα αυξάνουν(ε)θα αυξάνεταιθα αυξάνονται
Fut
ur
θα αυξήσωθα αυξήσουμε, θα αυξήσομεθα αυξηθώθα αυξηθούμε
θα αυξήσειςθα αυξήσετεθα αυξηθείςθα αυξηθείτε
θα αυξήσειθα αυξήσουν(ε)θα αυξηθείθα αυξηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αυξήσειθα έχουμε αυξήσειθα έχω αυξηθεί
θα είμαι αυξημένος, -η
θα έχουμε αυξηθεί
θα είμαστε αυξημένοι, -ες
θα έχεις αυξήσειθα έχετε αυξήσειθα έχεις αυξηθεί
θα είσαι αυξημένος, -η
θα έχετε αυξηθεί
θα είστε αυξημένοι, -ες
θα έχει αυξήσειθα έχουν αυξήσειθα έχει αυξηθεί
θα είναι αυξημένος, -η, -ο
θα έχουν αυξηθεί
θα είναι αυξημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αυξάνωνα αυξάνουμε, να αυξάνομενα αυξάνομαινα αυξανόμαστε
να αυξάνειςνα αυξάνετενα αυξάνεσαινα αυξάνεστε, να αυξανόσαστε
να αυξάνεινα αυξάνουν(ε)να αυξάνεταινα αυξάνονται
Aoristνα αυξήσωνα αυξήσουμε, να αυξήσομενα αυξηθώνα αυξηθούμε
να αυξήσειςνα αυξήσετενα αυξηθείςνα αυξηθείτε
να αυξήσεινα αυξήσουν(ε)να αυξηθείνα αυξηθούν(ε)
Perfνα έχω αυξήσεινα έχουμε αυξήσεινα έχω αυξηθεί
να είμαι αυξημένος, -η
να έχουμε αυξηθεί
να είμαστε αυξημένοι, -ες
να έχεις αυξήσεινα έχετε αυξήσεινα έχεις αυξηθεί
να είσαι αυξημένος, -η
να έχετε αυξηθεί
να είστε αυξημένοι, -ες
να έχει αυξήσεινα έχουν αυξήσεινα έχει αυξηθεί
να είναι αυξημένος, -η, -ο
να έχουν αυξηθεί
να είναι αυξημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαύξανεαυξάνετεαυξάνεστε
Aoristαύξησεαυξήστεαυξήσουαυξηθείτε
Part
izip
Presαυξάνονταςαυξανόμενος
Perfέχοντας αυξήσειαυξημένος, -η, -οαυξημένοι, -ες, -α
InfinAoristαυξήσειαυξηθεί








Griechische Definition zu αυξάνω

αυξάνω [afksáno] -ομαι Ρ αόρ. αύξησα, απαρέμφ. αυξήσει, παθ. αόρ. αυξήθηκα, απαρέμφ. αυξηθεί, μππ. αυξημένος και ηυξημένος* : 1.κάνω κτ. μεγαλύτερο ή περισσότερο. ANT ελαττώνω: αυξάνω το πλάτος, πλαταίνω, διευρύνω, φαρδαίνω, ευρύνω. αυξάνω το μήκος, μακραίνω, επιμηκύνω. αυξάνω την έκταση, επεκτείνω, εκτείνω. αυξάνω τον όγκο, διογκώνω. αυξάνω τον αριθμό / το πλήθος, πολλαπλασιάζω. αυξάνω την ένταση / τη δύναμη, εντείνω, ενισχύω, δυναμώνω. αυξάνω την ταχύτητα, επιταχύνω. αυξάνω το περιεχόμενο / την περιεκτικότητα, εμπλουτίζω. αυξάνω επιπλέον, επαυξάνω, προσαυξάνω. Οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες θα αυξήσουν την τιμή του πετρελαίου κατά 2%. Aν αυξήσουμε τον αριθμό των δόσεων, θα πρέπει να μειώσουμε το ύψος τους. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αυξάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15