{η}  αταξία Subst.  [ataksia]

{die}    Subst.
(33)
{der}    Subst.
(2)
(0)
{die}    Subst.
(0)
(0)

Buchtip (Anzeige)

Etymologie zu αταξία

αταξία altgriechisch ἀταξία


GriechischDeutsch
Δηλαδή, θα πρέπει να αναπτύξουμε μια χρηστή πολιτική, αλλά παράλληλα αυτήν τη στιγμή αντιμετωπίζουμε μια ιδιαίτερα περίπλοκη κατάσταση καθώς υπάρχει ένας αριθμός επαγγελματικών κλάδων που βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και η οποία κατάσταση έχει οδηγήσει σε εμπόδια, αταξία και διάσπαρτες αντιδράσεις εκ μέρους των κυβερνήσεών μας εφόσον στην Ευρώπη αναπτύσσονται μορφές διαμαρτυρίας σε κοινοτικό επίπεδο.Wir sind also zu einer virtuosen Politik gezwungen, gleichzeitig jedoch stehen wir im Moment vor einer besonders komplizierten Lage, da sich eine Reihe von Berufsgruppen in einer äußerst misslichen Situation befindet, was in Europa, wo sich Formen des Protests auf Gemeinschaftsebene herausbilden, zu einer Blockade, zu Unordnung und seitens unserer Regierungen zu zersplitterten Reaktionen geführt hat.

Übersetzung bestätigt

Δεν μπορούμε να βρούμε την ασφάλεια που αναζητάμε μέσα σε έναν φλεγόμενο κόσμο, όπου οι άνθρωποι ζουν μέσα στη φτώχεια και υφίστανται κοινωνική πίεση, μέσα σε έναν κόσμο όπου επικρατεί η αταξία και εξακολουθεί να καταστρέφεται το φυσικό περιβάλλον.Wir können unsere Sicherheit nicht in einer Welt finden, die in Flammen steht, in der Menschen in Armut und unter sozialem Druck leben, wo Unordnung herrscht und in der die natürlichen Umweltbedingungen weiter zerstört werden.

Übersetzung bestätigt

Ένας κόσμος στον οποίο κάθε κρίση εξετάζεται σε μεμονωμένη βάση δεν είναι κόσμος στον οποίο επικρατεί η τάξη, αλλά η αταξία.Eine Welt, in der mit jeder Krise umgegangen wird, als handele es sich um eine ganz einzigartige Angelegenheit, ist keine Welt der Ordnung, sondern der Unordnung.

Übersetzung bestätigt

Τέτοια αταξία είναι απαράδεκτη.So eine Unordnung ist nicht akzeptabel.

Übersetzung bestätigt

Πιστεύω, κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, ότι η νέα τάξη έφερε μία νέα παγκόσμια οικονομική αταξία.Meines Erachtens hat die neue Ordnung eine neue Unordnung in der globalen Wirtschaft mit sich gebracht.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu αταξία

αταξία η [ataksía] : α.έλλειψη τάξης, κατάσταση ή λειτουργία γενικά ανώμαλη: Aνέλαβε ο ίδιος τη διεύθυνση της επιχείρησής του, για να βάλει κάποια τάξη στην αταξία που επικρατούσε. || (ιατρ.) μυϊκή αταξία, η αδυναμία του οργανισμού να ρυθμίσει τις εκούσιες κινήσεις των μυών. αταξία σφυγμού, αρρυθμία. β. πράξη άτακτη· παρεκτροπή: Mην κάνεις αταξίες γιατί θα τιμωρηθείς. Kατηγορείται για οικονομικές / για διαχειριστικές αταξίες, ατασθαλίες.

[λόγ. < αρχ. ἀταξία]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback