{η}  αταξία  Substantiv  [ataksia]

Ähnliche Bedeutung wie αταξία

Noch keine Synonyme


Beispielsätze Unordnung

... Man musste alles gründlich durchsuchen und in Unordnung bringen. ...

... Einer der Vorteile der Unordnung liegt darin, dass man dauernd tolle Entdeckungen macht. ...

... Dulde keine Unordnung in der Sprache! ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik




Singular

Plural

Nominativ die Unordnung

Genitiv der Unordnung

Dativ der Unordnung

Akkusativ die Unordnung




Singular

Plural

Nominativ die Dummheit

die Dummheiten

Genitiv der Dummheit

der Dummheiten

Dativ der Dummheit

den Dummheiten

Akkusativ die Dummheit

die Dummheiten



Griechische Definition zu αταξία

αταξία η [ataksía] : α.έλλειψη τάξης, κατάσταση ή λειτουργία γενικά ανώμαλη: Aνέλαβε ο ίδιος τη διεύθυνση της επιχείρησής του, για να βάλει κάποια τάξη στην αταξία που επικρατούσε. || (ιατρ.) μυϊκή αταξία, η αδυναμία του οργανισμού να ρυθμίσει τις εκούσιες κινήσεις των μυών. αταξία σφυγμού, αρρυθμία. β. πράξη άτακτη· παρεκτροπή: Mην κάνεις αταξίες γιατί θα τιμωρηθείς. Kατηγορείται για οικονομικές / για διαχειριστικές αταξίες, ατασθαλίες.

[λόγ. < αρχ. ἀταξία]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αταξία

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15