αρκώ  Verb  [arko, arkw]

Ähnliche Bedeutung wie αρκώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αρκώ

... όνομα Αρκοί συχνά αναφέρεται ολόκληρο το σύμπλεγμα των νησιών που βρίσκονται γύρω από το μεγαλύτερο νησί, τους Αρκιούς. Στο σύμπλεγμα των Αρκιών εκτός ...

... των Δωδεκανήσων και ανήκει στο σύμπλεγμα των Αρκιών. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από των οικισμό των Αρκιών. Το νησί αν και εξαιρετικά μικρό, με έκταση ...

... (ή Αγρελούσσα) είναι νησίδα των Δωδεκανήσων και ανήκει στο σύμπλεγμα των Αρκών. Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος μετά το ομώνυμο νησί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze reichen

... Er verheiratete seine Tochter mit einem reichen Mann. ...

... Sie ist mit einem reichen Mann verlobt. ...

... Sie ist in einer reichen Familie aufgewachsen. ...

Quelle: MUIRIEL, Wolf, MUIRIEL

Grammatik


ΑΡΚΩ
I suffice
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αρκώαρκούμεαρκούμαιαρκούμαστε
αρκείςαρκείτεαρκείσαιαρκείστε
αρκείαρκούν(ε)αρκείταιαρκούνται
Imper
fekt
αρκούσααρκούσαμεαρκούμουναρκούμαστε
αρκούσεςαρκούσατε
αρκούσεαρκούσαν(ε)αρκούνταν, εαρκείτοαρκούνταν, εαρκούντο
Aoristάρκεσααρκέσαμεαρκέστηκααρκεστήκαμε
άρκεσεςαρκέσατεαρκέστηκεςαρκεστήκατε
άρκεσεάρκεσαν, αρκέσαν(ε)αρκέστηκεαρκέστηκαν, αρκεστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω αρκέσειέχουμε αρκέσειέχω αρκεστείέχουμε αρκεστεί
έχεις αρκέσειέχετε αρκέσειέχεις αρκεστείέχετε αρκεστεί
έχει αρκέσειέχουν αρκέσειέχει αρκεστείέχουν αρκεστεί
Plu
perf
ekt
είχα αρκέσειείχαμε αρκέσειείχα αρκεστείείχαμε αρκεστεί
είχες αρκέσειείχατε αρκέσειείχες αρκεστείείχατε αρκεστεί
είχε αρκέσειείχαν αρκέσειείχε αρκεστείείχαν αρκεστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αρκώθα αρκούμεθα αρκούμαιθα αρκούμαστε
θα αρκείςθα αρκείτεθα αρκείσαιθα αρκείστε
θα αρκείθα αρκούν(ε)θα αρκείταιθα αρκούνται
Fut
ur
θα αρκέσωθα αρκέσουμε, θα αρκέσομεθα αρκεστώθα αρκεστούμε
θα αρκέσειςθα αρκέσετεθα αρκεστείςθα αρκεστείτε
θα αρκέσειθα αρκέσουν(ε)θα αρκεστείθα αρκεστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αρκέσειθα έχουμε αρκέσει θα έχω αρκεστείθα έχουμε αρκεστεί
θα έχεις αρκέσειθα έχετε αρκέσειθα έχεις αρκεστείθα έχετε αρκεστεί
θα έχει αρκέσειθα έχουν αρκέσειθα έχει αρκεστείθα έχουν αρκεστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αρκώνα αρκούμενα αρκούμαινα αρκούμαστε
να αρκείςνα αρκείτενα αρκείσαινα αρκείστε
να αρκείνα αρκούν(ε)να αρκείταινα αρκούνται
Aoristνα αρκέσωνα αρκέσουμε, να αρκέσομενα αρκεστώνα αρκεστούμε
να αρκέσειςνα αρκέσετενα αρκεστείςνα αρκεστείτε
να αρκέσεινα αρκέσουν(ε)να αρκεστείνα αρκεστούν(ε)
Perfνα έχω αρκέσεινα έχουμε αρκέσεινα έχω αρκεστείνα έχουμε αρκεστεί
να έχεις αρκέσεινα έχετε αρκέσεινα έχεις αρκεστείνα έχετε αρκεστεί
να έχει αρκέσεινα έχουν αρκέσεινα έχει αρκεστείνα έχουν αρκεστεί
Imper
ativ
Presαρκείτεαρκείστε
Aoristάρκεσεαρκέστε, αρκέσετεαρκέσουαρκεστείτε
Part
izip
Presαρκώνταςαρκούμενος
Perfέχοντας αρκέσει
InfinAoristαρκέσειαρκεστεί






Griechische Definition zu αρκώ

αρκώ [arkó] -ούμαι (συνήθ. στο γ' πρόσ.) : 1.είμαι αρκετός, επαρκής, όσος χρειάζεται· φτάνω: Δεν αρκούν τα λόγια, χρειάζονται και πράξεις. Aρκεί η καλή σου διάθεση. Aρκεί η προσπάθεια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αρκώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15