απολαμβάνω  Verb  [apolamvano, apolambanw]

Ähnliche Bedeutung wie απολαμβάνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απολαμβάνω

... στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού της Ανατολής, εξακολουθώντας να απολαμβάνει την εύνοια των παλαιών του πολιτικών συμμάχων στη Ρώμη. Όπως και οι προκάτοχοί ...

... χώρα καταγωγής τους. Μάλιστα, οι κορυφαίοι ποδοσφαιριστές του πλανήτη απολαμβάνουν μισθούς εκατομμυρίων. Επιπρόσθετα, οι ομάδες επωφελούνται και αυτές από ...

... άποψης ότι οι δούλοι στην Αττική απολάμβαναν «παραδόξως πολλά προνόμια». Ο Ξενοφών αναλύει τις ελευθερίες που απολάμβαναν οι Αθηναίοι στην Αθήνα: «Όσο για ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze genießen

... Wir hoffen, dass Sie die Show genießen werden. ...

... Mütter und Kinder haben Anspruch auf besondere Fürsorge und Unterstützung. Alle Kinder, eheliche wie außereheliche, genießen den gleichen sozialen Schutz. ...

... Spieler genießen es, Risiken einzugehen. ...

Quelle: Sprachprofi, jakov, Zaghawa

Grammatik


ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΩ
I enjoy
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απολαμβάνωαπολαμβάνουμε, απολαμβάνομε
απολαμβάνειςαπολαμβάνετε
απολαμβάνειαπολαμβάνουν(ε)
Imper
fekt
απολάμβανααπολαμβάναμε
απολάμβανεςαπολαμβάνατε
απολάμβανεαπολάμβαναν, απολαμβάναν(ε)
Aoristαπόλαυσα, απήλαυσααπολαύσαμε
απόλαυσες, απήλαυσεςαπολαύσατε
απόλαυσε, απήλαυσεαπόλαυσαν, απολαύσαναν(ε), απήλαυσαν
Per
fect
έχω απολαύσειέχουμε απολαύσει
έχεις απολαύσειέχετε απολαύσει
έχει απολαύσειέχουν απολαύσει
Plu
per
fect
είχα απολαύσειείχαμε απολαύσει
είχες απολαύσειείχατε απολαύσει
είχε απολαύσειείχαν απολαύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απολαμβάνωθα απολαμβάνουμε, θα απολαμβάνομε
θα απολαμβάνειςθα απολαμβάνετε
θα απολαμβάνειθα απολαμβάνουν(ε)
Fut
ur
θα απολαύσωθα απολαύσουμε, θα απολαύσομε
θα απολαύσειςθα απολαύσετε
θα απολαύσειθα απολαύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απολαύσειθα έχουμε απολαύσει
θα έχεις απολαύσειθα έχετε απολαύσει
θα έχει απολαύσειθα έχουν απολαύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απολαμβάνωνα απολαμβάνουμε, να απολαμβάνομε
να απολαμβάνειςνα απολαμβάνετε
να απολαμβάνεινα απολαμβάνουν(ε)
Aoristνα απολαύσωνα απολαύσουμε, να απολαύσομε
να απολαύσειςνα απολαύσετε
να απολαύσεινα απολαύσουν(ε)
Perfνα έχω απολαύσεινα έχουμε απολαύσει
να έχεις απολαύσεινα έχετε απολαύσει
να έχει απολαύσεινα έχουν απολαύσει
Imper
ativ
Presαπολάμβανεαπολαμβάνετε
Aoristαπόλαυσεαπολαύστε
Part
izip
Presαπολαμβάνοντας
Perfέχοντας απολαύσει
InfinAoristαπολαύσει






Griechische Definition zu απολαμβάνω

απολαμβάνω [apolamváno] & απολαβαίνω [apolavéno] Ρ αόρ. απόλαυσα, απαρέμφ. απολαύσει : 1α.χαίρομαι, ευχαριστιέμαι ιδιαίτερα (με τις αισθήσεις ή με το πνεύμα) τη χρήση, την κατανάλωση ή γενικότερα τη σχέση μου με κτ.: απολαμβάνω το φαγητό / το ποτό / το παιχνίδι / τον ήλιο / τη θάλασσα / τον έρωτα / ένα θέαμα / ένα βιβλίο. Aπολαμβάνει τις χαρές της ζωής. απολαμβάνω τις ανέσεις ενός πολυτελούς ξενοδοχείου. Θέλω να απολαύσω το ηλιοβασίλεμα. Άφησέ με να απολαύσω πρώτα το φαγητό μου. β. ευχαριστιέμαι, διασκεδάζω ιδιαίτερα με τις ενέργειες ή με τη συμπεριφορά κάποιου: Tο κοινό απόλαυσε το μεγάλο ηθοποιό / τον κωμικό / τον ταχυδακτυλουργό. Tον απολαμβάνω καθώς μιλάει / χορεύει / παίζει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απολαμβάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15