αποδίδω Verb  [apodido, apothitho, apodidw]

  Verb
(1)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu αποδίδω

αποδίδω ἀποδίδω altgriechisch ἀποδίδωμι


GriechischDeutsch
Iδιαίτερα ευτυχής είμαι που στην αρμόδια επιτροπή έτυχαν ευρείας πλειοψηφίας δύο τροπολογίες, στις οποίες αποδίδω ιδιαίτερη σημασία.Besonders glücklich bin ich darüber, daß sich im Ausschuß eine breite Mehrheit für zwei Änderungsanträge gefunden hat, denen ich besondere Bedeutung beimessen möchte.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αποδίδω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποδίδωαποδίδουμε, αποδίδομεαποδίδομαιαποδιδόμαστε
αποδίδειςαποδίδετεαποδίδεσαιαποδίδεστε, αποδιδόσαστε
αποδίδειαποδίδουν(ε)αποδίδεταιαποδίδονται
Imper
fekt
απέδιδααποδίδαμεαποδιδόμουν(α)αποδιδόμαστε
απέδιδεςαποδίδατεαποδιδόσουν(α)αποδιδόσαστε
απέδιδεαπέδιδαν, αποδίδαν(ε)αποδιδόταν(ε)αποδίδονταν
Aoristαπέδωσα, απόδωσααποδώσαμεαποδόθηκααποδοθήκαμε
απέδωσες, απόδωσεςαποδώσατεαποδόθηκεςαποδοθήκατε
απέδωσε, απόδωσεαπέδωσαν, αποδώσαν(ε)αποδόθηκεαποδόθηκαν, αποδοθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αποδώσειέχουμε αποδώσειέχω αποδοθεί
(είμαι αποδομένος, -η)
έχουμε αποδοθεί
(είμαστε αποδομένοι, -ες)
έχεις αποδώσειέχετε αποδώσειέχεις αποδοθεί
(είσαι αποδομένος, -η)
έχετε αποδοθεί
(είστε αποδομένοι, -ες)
έχει αποδώσειέχουν αποδώσειέχει αποδοθεί
(είναι αποδομένος, -η, -ο)
έχουν αποδοθεί
(είναι αποδομένοι, -ες, -α)
Plu
per
fekt
είχα αποδώσειείχαμε αποδώσειείχα αποδοθεί
(ήμουν αποδομένος, -η)
είχαμε αποδοθεί
(ήμαστε αποδομένοι, -ες)
είχες αποδώσειείχατε αποδώσειείχες αποδοθεί
(ήσουν αποδομένος, -η)
είχατε αποδοθεί
(ήσαστε αποδομένοι, -ες)
είχε αποδώσειείχαν αποδώσειείχε αποδοθεί
(ήταν αποδομένος, -η, -ο)
είχαν αποδοθεί
(ήταν αποδομένοι, -ες, -α)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποδίδωθα αποδίδουμε, θα αποδίδομεθα αποδίδομαιθα αποδιδόμαστε
θα αποδίδειςθα αποδίδετεθα αποδίδεσαιθα αποδίδεστε, θα αποδιδόσαστε
θα αποδίδειθα αποδίδουν(ε)θα αποδίδεταιθα αποδίδονται
Fut
ur
θα αποδώσωθα αποδώσουμε, θα αποδώσομεθα αποδοθώθα αποδοθούμε
θα αποδώσειςθα αποδώσετεθα αποδοθείςθα αποδοθείτε
θα αποδώσειθα αποδώσουν(ε)θα αποδοθείθα αποδοθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποδώσειθα έχουμε αποδώσειθα έχω αποδοθεί
(θα είμαι αποδομένος, -η)
θα έχουμε αποδοθεί
(θα είμαστε αποδομένοι, -ες)
θα έχεις αποδώσειθα έχετε αποδώσειθα έχεις αποδοθεί
(θα είσαι αποδομένος, -η)
θα έχετε αποδοθεί
(θα είστε αποδομένοι, -ες)
θα έχει αποδώσειθα έχουν αποδώσειθα έχει αποδοθεί
(θα είναι αποδομένος, -η, -ο)
θα έχουν αποδοθεί
(θα είναι αποδομένοι, -ες, -α)
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποδίδωνα αποδίδουμε, να αποδίδομενα αποδίδομαινα αποδιδόμαστε
να αποδίδειςνα αποδίδετενα αποδίδεσαινα αποδίδεστε, να αποδιδόσαστε
να αποδίδεινα αποδίδουν(ε)να αποδίδεταινα αποδίδονται
Aoristνα αποδώσωνα αποδώσουμε, να αποδώσομενα αποδοθώνα αποδοθούμε
να αποδώσειςνα αποδώσετενα αποδοθείςνα αποδοθείτε
να αποδώσεινα αποδώσουν(ε)να αποδοθείνα αποδοθούν(ε)
Perfνα έχω αποδώσεινα έχουμε αποδώσεινα έχω αποδοθεί
(να είμαι αποδομένος, -η)
να έχουμε αποδοθεί
(να είμαστε αποδομένοι, -ες)
να έχεις αποδώσεινα έχετε αποδώσεινα έχεις αποδοθεί
(να είσαι αποδομένος, -η)
να έχετε αποδοθεί
(να είστε αποδομένοι, -ες)
να έχει αποδώσεινα έχουν αποδώσεινα έχει αποδοθεί
(να είναι αποδομένος, -η, -ο)
να έχουν αποδοθεί
(να είναι αποδομένοι, -ες, -α)
Imper
ativ
Presαπόδιδεαποδίδετεαποδίδεστε
Aoristαπόδωσεαποδώστε, αποδώσετεαποδώσουαποδοθείτε
Part
izip
Presαποδίδονταςαποδιδόμενος
Perfέχοντας αποδώσειαποδομένος, -η, -οαποδομένοι, -ες, -α
InfinAoristαποδώσειαποδοθεί













Griechische Definition zu αποδίδω

αποδίδω [apoδíδo] -ομαι Ρ αόρ. απέδωσα και (σπάν.) απόδωσα, απαρέμφ. αποδώσει, παθ. αόρ. αποδόθηκα, απαρέμφ. αποδοθεί, μππ. αποδομένος και αποδοσμένος : I1.με βάση μια σειρά από συλλογισμούς, θεωρώ κτ. ως αιτία ενός πράγματος: Σε τι αποδίδεις τη συμπεριφορά του; Mη μου αποδίδετε προθέσεις που δεν έχω. Aποδίδει το λάθος του σε αβλεψία. Tο έγκλημα αποδίδεται σε λόγους τιμής. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback