αποδίδω  Verb  [apodido, apothitho, apodidw]

Ähnliche Bedeutung wie αποδίδω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αποδίδω

... σχέδια ζωγραφικής και περίπου 290 χαρακτικά, αν και μέρος των έργων που αποδίδονται στον Ρέμπραντ –κυρίως έργα ζωγραφικής και σχέδια– αμφισβητείται. Περισσότερο ...

... περίπτωση. Η ερασμική προφορά δεν αποδίδει τα διπλά σύμφωνα της Αρχαίας Ελληνικής. Η ερασμική προφορά δεν αποδίδει επακριβώς τη διάκριση μακρών και βραχέων ...

... αναφέρουν τέσσερις, o Ιωάννης Σχολαστικός αποδίδει 6 τον 6ο αιώνα, ενώ οι μεταγενέστεροι ιστορικοί και κανονολόγοι αποδίδουν επτά. Σύμφωνα με τη σημερινή επικρατούσα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wiedergeben

... Der beste Teil der Schönheit ist der, den ein Bild nicht wiedergeben kann. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik


ΑΠΟΔΙΔΩ
I return
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποδίδωαποδίδουμε, αποδίδομεαποδίδομαιαποδιδόμαστε
αποδίδειςαποδίδετεαποδίδεσαιαποδίδεστε, αποδιδόσαστε
αποδίδειαποδίδουν(ε)αποδίδεταιαποδίδονται
Imper
fekt
απέδιδααποδίδαμεαποδιδόμουν(α)αποδιδόμαστε
απέδιδεςαποδίδατεαποδιδόσουν(α)αποδιδόσαστε
απέδιδεαπέδιδαν, αποδίδαν(ε)αποδιδόταν(ε)αποδίδονταν
Aoristαπέδωσα, απόδωσααποδώσαμεαποδόθηκααποδοθήκαμε
απέδωσες, απόδωσεςαποδώσατεαποδόθηκεςαποδοθήκατε
απέδωσε, απόδωσεαπέδωσαν, αποδώσαν(ε)αποδόθηκεαποδόθηκαν, αποδοθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αποδώσειέχουμε αποδώσειέχω αποδοθεί
(είμαι αποδομένος, -η)
έχουμε αποδοθεί
(είμαστε αποδομένοι, -ες)
έχεις αποδώσειέχετε αποδώσειέχεις αποδοθεί
(είσαι αποδομένος, -η)
έχετε αποδοθεί
(είστε αποδομένοι, -ες)
έχει αποδώσειέχουν αποδώσειέχει αποδοθεί
(είναι αποδομένος, -η, -ο)
έχουν αποδοθεί
(είναι αποδομένοι, -ες, -α)
Plu
per
fect
είχα αποδώσειείχαμε αποδώσειείχα αποδοθεί
(ήμουν αποδομένος, -η)
είχαμε αποδοθεί
(ήμαστε αποδομένοι, -ες)
είχες αποδώσειείχατε αποδώσειείχες αποδοθεί
(ήσουν αποδομένος, -η)
είχατε αποδοθεί
(ήσαστε αποδομένοι, -ες)
είχε αποδώσειείχαν αποδώσειείχε αποδοθεί
(ήταν αποδομένος, -η, -ο)
είχαν αποδοθεί
(ήταν αποδομένοι, -ες, -α)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποδίδωθα αποδίδουμε, θα αποδίδομεθα αποδίδομαιθα αποδιδόμαστε
θα αποδίδειςθα αποδίδετεθα αποδίδεσαιθα αποδίδεστε, θα αποδιδόσαστε
θα αποδίδειθα αποδίδουν(ε)θα αποδίδεταιθα αποδίδονται
Fut
ur
θα αποδώσωθα αποδώσουμε, θα αποδώσομεθα αποδοθώθα αποδοθούμε
θα αποδώσειςθα αποδώσετεθα αποδοθείςθα αποδοθείτε
θα αποδώσειθα αποδώσουν(ε)θα αποδοθείθα αποδοθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποδώσειθα έχουμε αποδώσειθα έχω αποδοθεί
(θα είμαι αποδομένος, -η)
θα έχουμε αποδοθεί
(θα είμαστε αποδομένοι, -ες)
θα έχεις αποδώσειθα έχετε αποδώσειθα έχεις αποδοθεί
(θα είσαι αποδομένος, -η)
θα έχετε αποδοθεί
(θα είστε αποδομένοι, -ες)
θα έχει αποδώσειθα έχουν αποδώσειθα έχει αποδοθεί
(θα είναι αποδομένος, -η, -ο)
θα έχουν αποδοθεί
(θα είναι αποδομένοι, -ες, -α)
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποδίδωνα αποδίδουμε, να αποδίδομενα αποδίδομαινα αποδιδόμαστε
να αποδίδειςνα αποδίδετενα αποδίδεσαινα αποδίδεστε, να αποδιδόσαστε
να αποδίδεινα αποδίδουν(ε)να αποδίδεταινα αποδίδονται
Aoristνα αποδώσωνα αποδώσουμε, να αποδώσομενα αποδοθώνα αποδοθούμε
να αποδώσειςνα αποδώσετενα αποδοθείςνα αποδοθείτε
να αποδώσεινα αποδώσουν(ε)να αποδοθείνα αποδοθούν(ε)
Perfνα έχω αποδώσεινα έχουμε αποδώσεινα έχω αποδοθεί
(να είμαι αποδομένος, -η)
να έχουμε αποδοθεί
(να είμαστε αποδομένοι, -ες)
να έχεις αποδώσεινα έχετε αποδώσεινα έχεις αποδοθεί
(να είσαι αποδομένος, -η)
να έχετε αποδοθεί
(να είστε αποδομένοι, -ες)
να έχει αποδώσεινα έχουν αποδώσεινα έχει αποδοθεί
(να είναι αποδομένος, -η, -ο)
να έχουν αποδοθεί
(να είναι αποδομένοι, -ες, -α)
Imper
ativ
Presαπόδιδεαποδίδετεαποδίδεστε
Aoristαπόδωσεαποδώστε, αποδώσετεαποδώσουαποδοθείτε
Part
izip
Presαποδίδονταςαποδιδόμενος
Perfέχοντας αποδώσειαποδομένος, -η, -οαποδομένοι, -ες, -α
InfinAoristαποδώσειαποδοθεί












Griechische Definition zu αποδίδω

αποδίδω [apoδíδo] -ομαι Ρ αόρ. απέδωσα και (σπάν.) απόδωσα, απαρέμφ. αποδώσει, παθ. αόρ. αποδόθηκα, απαρέμφ. αποδοθεί, μππ. αποδομένος και αποδοσμένος : I1.με βάση μια σειρά από συλλογισμούς, θεωρώ κτ. ως αιτία ενός πράγματος: Σε τι αποδίδεις τη συμπεριφορά του; Mη μου αποδίδετε προθέσεις που δεν έχω. Aποδίδει το λάθος του σε αβλεψία. Tο έγκλημα αποδίδεται σε λόγους τιμής. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποδίδω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15