απελαύνω  Verb  [apelavno, apelaynw]

Ähnliche Bedeutung wie απελαύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze abschieben

... angeschliffen. Mit dem Raspatorium lässt sich das Weichgewebe vom Knochen abschieben und das Periost (Knochenhaut) abdrängen („Knochenschaber“). Dadurch wird ...

... Hans-Helmut Münchberg (* 19. Dezember 1948 in Apolda) ist ein deutscher Kommunalpolitiker (vormals SED, dann CDU, heute parteilos). Er ist seit 1990 ununterbrochen ...

... und ihre Mutter sogar von der Polizei als „unerwünscht“ aus Frankreich abschieben, um von ihr loszukommen. Weil er es aber ohne sie nicht aushält, will ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΕΛΑΥΝΩ
I expel
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απελαύνωαπελαύνουμε, απελαύνομεαπελαύνομαιαπελαυνόμαστε
απελαύνειςαπελαύνετεαπελαύνεσαιαπελαύνεστε, απελαυνόσαστε
απελαύνειαπελαύνουν(ε)απελαύνεταιαπελαύνονται
Imper
fekt
απέλαυνα, απήλαυνααπελαύναμεαπελαυνόμουν(α)απελαυνόμαστε
απέλαυνες, απήλαυνεςαπελαύνατεαπελαυνόσουν(α)απελαυνόσαστε
απέλαυνε, απήλαυνεαπελαύναν(ε), απήλαυναναπελαυνόταν(ε)απελαύνονταν
Aoristαπέλασα, απήλασααπελάσαμεαπελάθηκααπελαθήκαμε
απέλασες, απήλασεςαπελάσατεαπελάθηκεςαπελαθήκατε
απέλασε, απήλασεαπέλασαν, απελάσαν(ε), απήλασαναπελάθηκεαπελάθηκαν, απελαθήκαν(ε)
Per
fect
έχω απελάσειέχουμε απελάσειέχω απελαθείέχουμε απελαθεί
έχεις απελάσειέχετε απελάσειέχεις απελαθείέχετε απελαθεί
έχει απελάσειέχουν απελάσειέχει απελαθείέχουν απελαθεί
Plu
per
fect
είχα απελάσειείχαμε απελάσειείχα απελαθείείχαμε απελαθεί
είχες απελάσειείχατε απελάσειείχες απελαθείείχατε απελαθεί
είχε απελάσειείχαν απελάσειείχε απελαθείείχαν απελαθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απελαύνωθα απελαύνουμε, θα απελαύνομεθα απελαύνομαιθα απελαυνόμαστε
θα απελαύνειςθα απελαύνετεθα απελαύνεσαιθα απελαύνεστε θα απελαυνόσαστε
θα απελαύνειθα απελαύνουν(ε)θα απελαύνεταιθα απελαύνονται
Fut
ur
θα απελάσωθα απελάσουμε, θα απελάσομεθα απελαθώθα απελαθούμε
θα απελάσειςθα απελάσετεθα απελαθείςθα απελαθείτε
θα απελάσειθα απελάσουν(ε)θα απελαθείθα απελαθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απελάσειθα έχουμε απελάσειθα έχω απελαθείθα έχουμε απελαθεί
θα έχεις απελάσειθα έχετε απελάσειθα έχεις απελαθείθα έχετε απελαθεί
θα έχει απελάσειθα έχουν απελάσειθα έχει απελαθείθα έχουν απελαθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απελαύνωνα απελαύνουμε, να απελαύνομενα απελαύνομαινα απελαυνόμαστε
να απελαύνειςνα απελαύνετενα απελαύνεσαινα απελαύνεστε, να απελαυνόσαστε
να απελαύνεινα απελαύνουν(ε)να απελαύνεταινα απελαύνονται
Aoristνα απελάσωνα απελάσουμε, να απελάσομενα απελαθώνα απελαθούμε
να απελάσειςνα απελάσετενα απελαθείςνα απελαθείτε
να απελάσεινα απελάσουν(ε)να απελαθείνα απελαθούν(ε)
Perfνα έχω απελάσεινα έχουμε απελάσεινα έχω απελαθείνα έχουμε απελαθεί
να έχεις απελάσεινα έχετε απελάσεινα έχεις απελαθείνα έχετε απελαθεί
να έχει απελάσεινα έχουν απελάσεινα έχει απελαθείνα έχουν απελαθεί
Imper
ativ
Presαπέλαυνεαπελαύνετεαπελαύνεστε
Aoristαπέλασεαπελάστε, απελάσετεαπελάσουαπελαθείτε
Part
izip
Presαπελαύνονταςαπελαυνόμενος
Perfέχοντας απελάσει
InfinAoristαπελάσειαπελαθεί








Griechische Definition zu απελαύνω

απελαύνω [apelávno] -ομαι Ρ αόρ. απέλασα, απαρέμφ. απελάσει, παθ. αόρ. απελάθηκα, απαρέμφ. απελαθεί : αναγκάζω αλλοδαπό να εγκαταλείψει τη χώρα στην οποία βρίσκεται, επειδή κρίθηκε επικίνδυνος για την ασφάλειά της: Συνελήφθη για λαθρεμπόριο και απελάθηκε. Tον απελάσανε για πολιτικούς λόγους.

[λόγ. < αρχ. ἀπελαύνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απελαύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15