αντιδρώ  Verb  [antidro, antithro, antidrw]

Ähnliche Bedeutung wie αντιδρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αντιδρώ

... οργανικά ακόμη και στο βασιλικό νερό. Σκόνη Os αντιδρά αργά με το οξυγόνο στους 25 °C. Όταν θερμανθεί αντιδρά με φθόριο και χλώριο στους 100 °C περίπου, προσβάλλεται ...

... χημικώς θεωρείται ευγενές μέταλλο. Το ρουθήνιο είναι αδρανές μέταλλο, δεν αντιδρά με το νερό σε φυσιολογικές συνθήκες και δε μαυρίζει εξωτερικά σε κανονικές ...

... θερμοκρασία: 2Ag + 2C → AgC≡CAg Ο Ag αντιδρά με HI σχηματίζοντας σταθερό ιωδο-σύμπλοκο ενώ ελευθερώνεται και αέριο Η2. Με F2 αντιδρά απευθείας σε θερμοκρασία 247 °C ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze reagieren

... Menschen reagieren auf Frustration fast immer auf gleiche Weise. ...

... Sie reagieren zu empfindlich auf Kritik. ...

... Wir wissen doch überhaupt nicht, wie wir auf die Alarmsignale reagieren sollen. ...

Quelle: xtofu80, Dejo, al_ex_an_der

Grammatik


ΑΝΤΙΔΡΩ
I react
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντιδρώ, αντιδράωαντιδρούμε, αντιδράμε
αντιδράςαντιδράτε
αντιδρά, αντιδράειαντιδρούν(ε), αντιδράν(ε)
Imper
fekt
αντιδρούσααντιδρούσαμε
αντιδρούσεςαντιδρούσατε
αντιδρούσεαντιδρούσαν(ε)
Aoristαντέδρασααντιδράσαμε
αντέδρασεςαντιδράσατε
αντέδρασεαντέδρασαν, αντιδράσανε
Perf
ekt
έχω αντιδράσειέχουμε αντιδράσει
έχεις αντιδράσειέχετε αντιδράσει
έχει αντιδράσειέχουν αντιδράσει
Plu
perf
ekt
είχα αντιδράσειείχαμε αντιδράσει
είχες αντιδράσειείχατε αντιδράσει
είχε αντιδράσειείχαν αντιδράσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντιδρώ, θα αντιδράωθα αντιδρούμε, θα αντιδράμε
θα αντιδράςθα αντιδράτε
θα αντιδρά, θα αντιδράειθα αντιδρούν(ε), θα αντιδράν(ε)
Fut
ur
θα αντιδράσωθα αντιδράσουμε, θα αντιδράσομε
θα αντιδράσειςθα αντιδράσετε
θα αντιδράσειθα αντιδράσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντιδράσειθα έχουμε αντιδράσει
θα έχεις αντιδράσειθα έχετε αντιδράσει
θα έχει αντιδράσειθα έχουν αντιδράσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντιδρώ, να αντιδράωνα αντιδρούμε, να αντιδράμε
να αντιδράςνα αντιδράτε
να αντιδρά, να αντιδράεινα αντιδρούν(ε), να αντιδράν(ε)
Aoristνα αντιδράσωνα αντιδράσουμε, να αντιδράσομε
να αντιδράσειςνα αντιδράσετε
να αντιδράσεινα αντιδράσουν(ε)
Perfνα έχω αντιδράσεινα έχουμε αντιδράσει
να έχεις αντιδράσεινα έχετε αντιδράσει
να έχει αντιδράσεινα έχουν αντιδράσει
Imper
ativ
Presαντιδράτε
Aoristαντέδρασεαντιδράστε, αντιδράσετε
Part
izip
Presαντιδρώντας
Perfέχοντας αντιδράσει
InfinAoristαντιδράσει






Griechische Definition zu αντιδρώ

αντιδρώ [andiδró] .4α αόρ. αντέδρασα, απαρέμφ. αντιδράσει : 1. ενερ γώ και η ενέργειά μου αυτή έχει ως αιτία μια άλλη ενέργεια ή κατάσταση. α. Tο κοινό αντέδρασε θετικά στην κυβερνητική έκκληση. || (ψυχ., φυσιολ.): Tο μωρό αντιδρά κλαίγοντας. Aντιδρά η συνείδηση / ο οργανισμός στα εξωτερικά ερεθίσματα. Ο άρρωστος αντέδρασε θετικά στο φάρμακο. β. εναντιώνομαι σε κτ. που θεωρώ εχθρικό, δυσάρεστο, ασύμφορο κτλ.: αντιδρώ ενεργητικά / παθητικά. Ο λαός αντέδρασε έντονα στη δικτατορία. αντιδρώ σ΄ ένα συνοικέσιο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντιδρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15