αναγκάζω  Verb  [anagkazo, anagkazw]

Ähnliche Bedeutung wie αναγκάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναγκάζω

... λεπτομερή αρχεία. Καθώς οι κρατούμενοι έμπαιναν στα στρατόπεδα εξόντωσης, αναγκάζονταν να παραδώσουν όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα, που κατόπιν καταγράφονταν ...

... ήταν υποχρεωμένη να ερμηνεύσει αρκετές ερωτικές σκηνές. Μερικές φορές αναγκαζόταν να εργάζεται επτά ημέρες την εβδομάδα, συχνά μέχρι αργά τη νύχτα, πράγμα ...

... οποία πολεμούσε και ο ίδιος, κατανίκησε τη δεξιά πτέρυγα του Πτολεμαίου, αναγκάζοντας πολλά καράβια του δευτέρου να τραπούν σε φυγή. Από την πλευρά του ο Πτολεμαίος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zwingen

... Die Umstände zwingen uns, so zu handeln. Aber im Normalfall wäre das ein Fehler. ...

... Schlachthöfe zwingen zur Hygiene. ...

... Oberflächlich betrachtet ist es der Versuch, Online-Händler zu zwingen ihren Firmensitz nach Weißrussland zu verlegen, damit sie dort Steuern zahlen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΑΝΑΓΚΑΖΩ
I force
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναγκάζωαναγκάζουμε, αναγκάζομεαναγκάζομαιαναγκαζόμαστε
αναγκάζειςαναγκάζετεαναγκάζεσαιαναγκάζεστε, αναγκαζόσαστε
αναγκάζειαναγκάζουν(ε)αναγκάζεταιαναγκάζονται
Imper
fekt
ανάγκαζααναγκάζαμεαναγκαζόμουν(α)αναγκαζόμαστε, αναγκαζόμασταν
ανάγκαζεςαναγκάζατεαναγκαζόσουν(α)αναγκαζόσαστε, αναγκαζόσασταν
ανάγκαζεανάγκαζαν, αναγκάζαν(ε)αναγκαζόταν(ε)αναγκάζονταν, αναγκαζόντανε, αναγκαζόντουσαν
Aoristανάγκασααναγκάσαμεαναγκάστηκααναγκαστήκαμε
ανάγκασεςαναγκάσατεαναγκάστηκεςαναγκαστήκατε
ανάγκασεανάγκασαν, αναγκάσαν(ε)αναγκάστηκεαναγκάστηκαν, αναγκαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναγκάσει
έχω αναγκασμένο
έχουμε αναγκάσει
έχουμε αναγκασμένο
έχω αναγκαστεί
είμαι αναγκασμένος, -η
έχουμε αναγκαστεί
είμαστε αναγκασμένοι, -ες
έχεις αναγκάσει
έχεις αναγκασμένο
έχετε αναγκάσει
έχετε αναγκασμένο
έχεις αναγκαστεί
είσαι αναγκασμένος, -η
έχετε αναγκαστεί
είστε αναγκασμένοι, -ες
έχει αναγκάσει
έχει αναγκασμένο
έχουν αναγκάσει
έχουν αναγκασμένο
έχει αναγκαστεί
είναι αναγκασμένος, -η, -ο
έχουν αναγκαστεί
είναι αναγκασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αναγκάσει
είχα αναγκασμένο
είχαμε αναγκάσει
είχαμε αναγκσμένο
είχα αναγκαστεί
ήμουν αναγκασμένος, -η
είχαμε αναγκαστεί
ήμαστε αναγκασμένοι, -ες
είχες αναγκάσει
είχες αναγκασμένο
είχατε αναγκάσει
είχατε αναγκασμένο
είχες αναγκαστεί
ήσουν αναγκασμένος, -η
είχατε αναγκαστεί
ήσαστε αναγκασμένοι, -ες
είχε αναγκάσει
είχε αναγκασμένο
είχαν αναγκάσει
είχαν αναγκασμένο
είχε αναγκαστεί
ήταν αναγκασμένος, -η, -ο
είχαν αναγκαστεί
ήταν αναγκασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναγκάζωθα αναγκάζουμε, θα αναγκάζομεθα αναγκάζομαιθα αναγκαζόμαστε
θα αναγκάζειςθα αναγκάζετεθα αναγκάζεσαιθα αναγκάζεστε, θα αναγκαζόσαστε
θα αναγκάζειθα αναγκάζουν(ε)θα αναγκάζεταιθα αναγκάζονται
Fut
ur
θα αναγκάσωθα αναγκάσουμε, θα αναγκάζομεθα αναγκαστώθα αναγκαστούμε
θα αναγκάσειςθα αναγκάσετεθα αναγκαστείςθα αναγκαστείτε
θα αναγκάσειθα αναγκάσουν(ε)θα αναγκαστείθα αναγκαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναγκάσει
θα έχω αναγκασμένο
θα έχουμε αναγκάσει
θα έχουμε αναγκασμένο
θα έχω αναγκαστεί
θα είμαι αναγκασμένος, -η
θα έχουμε αναγκαστεί
θα είμαστε αναγκασμένοι, -ες
θα έχεις αναγκάσει
θα έχεις αναγκασμένο
θα έχετε αναγκάσει
θα έχετε αναγκασμένο
θα έχεις αναγκαστεί
θα είσαι αναγκασμένος, -η
θα έχετε αναγκαστεί
θα είστε αναγκασμένοι, -ες
θα έχει αναγκάσει
θα έχει αναγκασμένο
θα έχουν αναγκάσει
θα έχουν αναγκασμένο
θα έχει αναγκαστεί
θα είναι αναγκασμένος, -η, -ο
θα έχουν αναγκαστεί
θα είναι αναγκασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναγκάζωνα αναγκάζουμε, να αναγκάζομενα αναγκάζομαινα αναγκαζόμαστε
να αναγκάζειςνα αναγκάζετενα αναγκάζεσαινα αναγκάζεστε, να αναγκαζόσαστε
να αναγκάζεινα αναγκάζουν(ε)να αναγκάζεταινα αναγκάζονται
Aoristνα αναγκάσωνα αναγκάσουμε, να αναγκάσομενα αναγκαστώνα αναγκαστούμε
να αναγκάσειςνα αναγκάσετενα αναγκαστείςνα αναγκαστείτε
να αναγκάσεινα αναγκάσουν(ε)να αναγκαστείνα αναγκαστούν(ε)
Perfνα έχω αναγκάσει
να έχω αναγκασμένο
να έχουμε αναγκάσει
να έχουμε αναγκασμένο
να έχω αναγκαστεί
να είμαι αναγκασμένος, -η
να έχουμε αναγκαστεί
να είμαστε αναγκασμένοι, -ες
να έχεις αναγκάσει
να έχεις αναγκασμένο
να έχετε αναγκάσει
να έχετε αναγκασμένο
να έχεις αναγκαστεί
να είσαι αναγκασμένος, -η
να έχετε αναγκαστεί
να είστε αναγκασμένοι, -ες
να έχει αναγκάσει
να έχει αναγκασμένο
να έχουν αναγκάσει
να έχουν αναγκασμένο
να έχει αναγκαστεί
να είναι αναγκασμένος, -η, -ο
να έχουν αναγκαστεί
να είναι αναγκασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανάγκαζεαναγκάζετεαναγκάζεστε
Aoristανάγκασεαναγκάστεαναγκάσουαναγκαστείτε
Part
izip
Presαναγκάζονταςαναγκαζόμενος
Perfέχοντας αναγκάσει, έχοντας αναγκασμένοαναγκασμένος, -η, -οαναγκασμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναγκάσειαναγκαστεί




Griechische Definition zu αναγκάζω

αναγκάζω [anaŋgázo] -ομαι : πιέζω, υποχρεώνω κπ. να κάνει κτ. που δε θέλει: Mε ανάγκασε να τον ακολουθήσω. H φτώχεια τον ανάγκασε να δουλέψει. Δεν ήθελα να παραιτηθώ, αλλά με ανάγκασαν. Είναι αναγκασμένος να σηκώνεται πολύ πρωί. Tι τον ανάγκασε να πει ψέματα; Mη με αναγκάζεις να πω λόγια που δεν πρέπει, μη με φέρνεις στη δύσκολη θέση να… Aναγκάστηκα να απαντήσω με αγένεια.

[αρχ. ἀναγκάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναγκάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15