αναβάλλω  Verb  [anavallo, anaballw]

Ähnliche Bedeutung wie αναβάλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναβάλλω

... εφαρμογή μπορεί να γίνει μόνο στην αμέσως επόμενη κίνηση, δηλαδή δεν αναβάλλεται. Φυσιολογικά ένα κομμάτι ή πιόνι αιχμαλωτίζει αντίπαλα κομμάτια ή πιόνια ...

... του γεγονότος, η Γερμανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (DFB) αποφάσισε να αναβάλλει την αγωνιστική που ήταν προγραμματισμένη να διεξαχθεί, προς τιμήν του ...

... αναγκάζοντας το συγκρότημα του να αναβάλλει τρεις ζωντανές του εμφανίσεις. Επέστρεψε στο νοσοκομείο λόγω μόλυνσης, το 2011, αναβάλλοντας και πάλι μεγάλο αριθμό προγραμματισμένων ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΒΑΛΛΩ
I postpone
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναβάλλωαναβάλλουμε, αναβάλλομεαναβάλλομαιαναβαλλόμαστε
αναβάλλειςαναβάλλετεαναβάλλεσαιαναβάλλεστε, αναβαλλόσαστε
αναβάλλειαναβάλλουν(ε)αναβάλλεταιαναβάλλονται
Imper
fekt
ανέβαλλααναβάλλαμεαναβαλλόμουν(α)αναβαλλόμαστε
ανέβαλλεςαναβάλλατεαναβαλλόσουν(α)αναβαλλόσαστε
ανέβαλλεανέβαλλαν, αναβάλλαν(ε)αναβαλλόταν(ε)αναβάλλονταν
Aoristανέβαλααναβάλαμεαναβλήθηκααναβληθήκαμε
ανέβαλεςαναβάλατεαναβλήθηκεςαναβληθήκατε
ανέβαλεανέβαλαν, αναβάλαν(ε)αναβλήθηκεαναβλήθηκαν, αναβληθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναβάλειέχουμε αναβάλειέχω αναβληθεί
είμαι αναβεβλημένος, -η
έχουμε αναβληθεί
είμαστε αναβεβλημένοι, -ες
έχεις αναβάλειέχετε αναβάλειέχεις αναβληθεί
είσαι αναβεβλημένος, -η
έχετε αναβληθεί
είστε αναβεβλημένοι, -ες
έχει αναβάλειέχουν αναβάλειέχει αναβληθεί
είναι αναβεβλημένος, -η, -ο
έχουν αναβληθεί
είναι αναβεβλημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αναβάλειείχαμε αναβάλειείχα αναβληθεί
ήμουν αναβεβλημένος, -η
είχαμε αναβληθεί
ήμαστε αναβεβλημένοι, -ες
είχες αναβάλειείχατε αναβάλειείχες αναβληθεί
ήσουν αναβεβλημένος, -η
είχατε αναβληθεί
ήσαστε αναβεβλημένοι, -ες
είχε αναβάλειείχαν αναβάλειείχε αναβληθεί
ήταν αναβεβλημένος, -η, -ο
είχαν αναβληθεί
ήταν αναβεβλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναβάλλωθα αναβάλλουμε, θα αναβάλλομεθα αναβάλλομαιθα αναβαλλόμαστε
θα αναβάλλειςθα αναβάλλετεθα αναβάλλεσαιθα αναβάλλεστε, θα αναβαλλόσαστε
θα αναβάλλειθα αναβάλλουν(ε)θα αναβάλλεταιθα αναβάλλονται
Fut
ur
θα αναβάλωθα αναβάλουμε, θα αναβάλομεθα αναβληθώθα αναβληθούμε
θα αναβάλειςθα αναβάλετεθα αναβληθείςθα αναβληθείτε
θα αναβάλειθα αναβάλουν(ε)θα αναβληθείθα αναβληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναβάλειθα έχουμε αναβάλειθα έχω αναβληθεί
θα είμαι αναβεβλημένος, -η
θα έχουμε αναβληθεί
θα είμαστε αναβεβλημένοι, -ες
θα έχεις αναβάλειθα έχετε αναβάλειθα έχεις αναβληθεί
θα είσαι αναβεβλημένος, -η
θα έχετε αναβάλει
θα είστε αναβεβλημένοι, -ες
θα έχει αναβάλειθα έχουν αναβάλειθα έχει αναβληθεί
θα είναι αναβεβλημένος, -η, -ο
θα έχουν αναβληθεί
θα είναι αναβεβλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναβάλλωνα αναβάλλουμε, να αναβάλλομενα αναβάλλομαινα αναβαλλόμαστε
να αναβάλλειςνα αναβάλλετενα αναβάλλεσαινα αναβάλλεστε, να αναβαλλόσαστε
να αναβάλλεινα αναβάλλουνενα αναβάλλεταινα αναβάλλονται
Aoristνα αναβάλωνα αναβάλουμενα αναβληθώνα αναβληθούμε
να αναβάλειςνα αναβάλετενα αναβληθείςνα αναβληθείτε
να αναβάλεινα αναβάλουν(ε)να αναβληθείνα αναβληθούν(ε)
Perfνα έχω αναβάλεινα έχουμε αναβάλεινα έχω αναβληθεί
να είμαι αναβεβλημένος, -η
να έχουμε αναβληθεί
να είμαστε αναβεβλημένοι, -ες
να έχεις αναβάλεινα έχετε αναβάλεινα έχεις αναβληθεί
να είσαι αναβεβλημένος, -η
να έχετε αναβληθεί
να είστε αναβεβλημένοι, -ες
να έχει αναβάλεινα έχουν αναβάλεινα έχει αναβληθεί
να είναι αναβεβλημένος, -η, -ο
να έχουν αναβληθεί
να είναι αναβεβλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανάβαλλεαναβάλλετεαναβάλλεστε
Aoristανάβαλεαναβάλετεαναβληθείτε
Part
izip
Presαναβάλλονταςαναβαλλόμενος
Perfέχοντας αναβάλειαναβεβλημένος, -η, -οαναβεβλημένοι, -ες, -α
InfinAoristαναβάλειαναβληθεί












Griechische Definition zu αναβάλλω

αναβάλλω [anaválo] -ομαι Ρ πρτ. ανέβαλλα, αόρ. ανέβαλα, απαρέμφ. αναβάλει, παθ. αόρ. αναβλήθηκα, γ' πρόσ. (λόγ., σπάν.) και ανεβλήθη, ανεβλήθησαν, απαρέμφ. αναβληθεί : μεταθέτω στο μέλλον την εκτέλεση μιας ενέργειας, τη λήψη μιας απόφασης κτλ.: Aνέβαλε το ταξίδι του. Σε παρακαλώ μην το αναβάλεις. Mην αναβάλλεις για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα. Aναβλήθηκαν οι εξετάσεις για ένα μήνα. Aναβλήθηκε η διάλεξη. H δίκη αναβλήθηκε επ΄ αόριστον.

[λόγ. < αρχ. ἀναβάλλω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναβάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15