{το}  ανάθεμα  Subst.  [anathema]

{der}    Subst.
(4)

Etymologie zu ανάθεμα

ανάθεμα Koine-Griechisch ἀνάθεμα


GriechischDeutsch
Δεν αρκεί να λέμε ο Ισλαμισμός είναι ένα ανάθεμα.Es genügt nicht, wenn wir sagen, daß der Islamismus ein Fluch ist.

Synonyme zu ανάθεμα

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie ανάθεμα

Deutsche Synonyme zu ανάθεμα

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu ανάθεμα

ανάθεμα το [anáθema] : 1α.ως κατάρα, για να εκφράσουμε την έντο νη αγανάκτησή μας για κτ. που μας έχει συμβεί ή για κπ. που είναι ο αίτιος της δυστυχίας μας· αναθεματισμένος, καταραμένος να είναι: ανάθεμα την ώρα που γεννήθηκα. ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισα. Aνάθεμά τον που με έβαλε να πουλήσω το σπίτι. (έκφρ.) π΄ ανάθεμά σε / τον / με, για να δηλώσουμε δυσαρέσκεια, εκνευρισμό: Bρε, π΄ ανάθεμά σε, σταμάτα να φέρνεις συνεχώς αντιρρήσεις. Tι βλακεία έκανα π΄ ανάθεμά με. ρίχνω σε κπ. το ανάθεμα, τον αναθεματίζω. || (ειρ.) για να τονίσουμε την άρνηση: Aνάθεμά με / τον αν κατάλαβα / αν κατάλαβε τίποτα. || (σε επιφ. χρ.) στ΄ ανάθεμα, στο διάολο: Άντε / σύρε στ΄ ανάθεμα. Πού στ΄ ανάθεμα πήγε αυτός / αυτό το παιδί; Πού στ΄ ανάθεμα είναι τα κλειδιά μου; β. (εκκλ.) η ποινή της αποβολής από την εκκλησιαστική κοινωνία, ο αφορισμός: Ο πάπας και ο πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως συμφώνησαν στην αμοιβαία άρση του αναθέματος, που ίσχυε αμοιβαία για τους πιστούς των δύο δογμάτων. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback