αμφιβάλλω  Verb  [amfivallo, amfiballw]

Ähnliche Bedeutung wie αμφιβάλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αμφιβάλλω

... Δεν αμφιβάλλω ότι αυτός θα έρθει. ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze zweifeln

... Menschen, die lieben, zweifeln an nichts oder zweifeln an allem. ...

... Skeptiker zweifeln an allem. ...

... Nur wenige zweifeln an ihrer Autorenschaft. ...

Quelle: MUIRIEL, enteka, al_ex_an_der

Grammatik


ΑΜΦΙΒΑΛΛΩ
I doubt
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αμφιβάλλωαμφιβάλλουμε, αμφιβάλλομε
αμφιβάλλειςαμφιβάλλετε
αμφιβάλλειαμφιβάλλουν(ε)
Imper
fekt
αμφέβαλλααμφιβάλλαμε
αμφέβαλλεςαμφιβάλλατε
αμφέβαλλεαμφέβαλλαν, αμφιβάλλαν(ε)
Aoristαμφέβαλααμφιβάλαμε
αμφέβαλεςαμφιβάλατε
αμφέβαλεαμφέβαλαν, αμφιβάλαν(ε)
Per
fect
έχω αμφιβάλειέχουμε αμφιβάλει
έχεις αμφιβάλειέχετε αμφιβάλει
έχει αμφιβάλειέχουν αμφιβάλει
Plu
per
fect
είχα αμφιβάλειείχαμε αμφιβάλει
είχες αμφιβάλειείχατε αμφιβάλει
είχε αμφιβάλειείχαν αμφιβάλει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αμφιβάλλωθα αμφιβάλλουμε, θα αμφιβάλλομε
θα αμφιβάλλειςθα αμφιβάλλετε
θα αμφιβάλλειθα αμφιβάλλουν(ε)
Fut
ur
θα αμφιβάλωθα αμφιβάλουμε, θα αμφιβάλομε
θα αμφιβάλειςθα αμφιβάλετε
θα αμφιβάλειθα αμφιβάλουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αμφιβάλειθα έχουμε αμφιβάλει
θα έχεις αμφιβάλειθα έχετε αμφιβάλει
θα έχει αμφιβάλειθα έχουν αμφιβάλει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αμφιβάλλωνα αμφιβάλλουμε, να αμφιβάλλομε
να αμφιβάλλειςνα αμφιβάλλετε
να αμφιβάλλεινα αμφιβάλλουνε
Aoristνα αμφιβάλωνα αμφιβάλουμε
να αμφιβάλειςνα αμφιβάλετε
να αμφιβάλεινα αμφιβάλουν(ε)
Perfνα έχω αμφιβάλεινα έχουμε αμφιβάλει
να έχεις αμφιβάλεινα έχετε αμφιβάλει
να έχει αμφιβάλεινα έχουν αμφιβάλει
Imper
ativ
Presυπέρβαλλεαμφιβάλλετε
Aoristυπέρβαλεαμφιβάλετε
Part
izip
Presαμφιβάλλοντας
Perfέχοντας αμφιβάλει
InfinAoristαμφιβάλει






Griechische Definition zu αμφιβάλλω

αμφιβάλλω [amfiválo] -ομαι στη σημ. β Ρ πρτ. αμφέβαλλα, αόρ. αμφέβαλα, απαρέμφ. αμφιβάλει (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : α.δεν είμαι βέβαιος, σίγουρος για κτ., έχω αμφιβολίες για κτ.: αμφιβάλλω για την τιμιότητά του. Ως προς τα προσόντα του δεν αμφέβαλα ποτέ. Οι σκεπτικιστές αμφιβάλλουν για όλα. αμφιβάλλω αν θα σε δεχτεί. αμφιβάλλω αν θα πληρώσει. αμφιβάλλω αν το πήρε είδηση κανείς άλλος. Δεν αμφιβάλλω ότι θα έρθει. Θα του ζητήσεις αύξηση; - Γιατί, αμφιβάλλεις;, ως έκφραση απόλυτης βεβαιότητας. β. (παθ.) υπάρχει αμφιβολία, αμφισβήτηση για κτ.: Aμφιβάλλεται η ορθογραφία μερικών διπλοσχημάτιστων ρημάτων.

[λόγ. < ελνστ. ἀμφιβάλλω, αρχ. σημ.: `ρίχνω γύρω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αμφιβάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15