αλέθω  Verb  [aletho, alethw]

Ähnliche Bedeutung wie αλέθω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αλέθω

... καιρό είδε κάποτε στην Αθήνα τον Κλεάνθη και τον ρώτησε: «Αλέθεις ακόμα «Κλεάνθη;» «Αλέθω, βασιλιά», του απάντησε εκείνος «και το κάνω» για να μη χάσω ...

... καιρό είδε κάποτε στην Αθήνα τον Κλεάνθη και τον ρώτησε: «Αλέθεις ακόμα «Κλεάνθη;» «Αλέθω, βασιλιά», του απάντησε εκείνος «και το κάνω» για να μη χάσω ...

... χιλιοστά και όταν είναι φρέσκος έχει μαλακή και μαστιχωτή υφή. Μετά ο πυρήνας αλέθεται σε σκόνη πριν την χρήση. Στην γεύση είναι παρόμοιο με συνδυασμό πικραμύγδαλου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zermahlen

... Wirbeltieren. Mit den Zähnen wird Nahrung ergriffen, zerkleinert und zermahlen. Sie haben sich bei den Wirbeltieren nach dem Form-Funktionsprinzip entwickelt ...

... ‚Mühlstein‘) ist ein großer Backenzahn. Molaren dienen in erster Linie dem Zermahlen von Nahrung, welche zuvor von den Schneidezähnen abgebissen wurde. ...

... mechanisches oder elektromechanisches Küchengerät sowie ein Tischaccessoire zum Zermahlen von Pfefferkörnern, in Form einer handlichen Mühle. Sie gehört zu den ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΛΕΘΩ
I grind
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αλέθωαλέθουμε, αλέθομεαλέθομαιαλεθόμαστε
αλέθειςαλέθετεαλέθεσαιαλέθεστε, αλεθόσαστε
αλέθειαλέθουν(ε)αλέθεταιαλέθονται
Imper
fekt
άλεθααλέθαμεαλεθόμουν(α)αλεθόμαστε, αλεθόμασταν
άλεθεςαλέθατεαλεθόσουν(α)αλεθόσαστε, αλεθόσασταν
άλεθεάλεθαν, αλέθαν(ε)αλεθόταν(ε)αλέθονταν, αλεθόντανε, αλεθόντουσαν
Aoristάλεσααλέσαμεαλέστηκααλεστήκαμε
άλεσεςαλέσατεαλέστηκεςαλεστήκατε
άλεσεάλεσαν, αλέσαν(ε)αλέστηκεαλέστηκαν, αλεστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αλέσει
έχω αλεσμένο
έχουμε αλέσει
έχουμε αλεσμένο
έχω αλεστεί
είμαι αλεσμένος, -η
έχουμε αλεστεί
είμαστε αλεσμένοι, -ες
έχεις αλέσει
έχεις αλεσμένο
έχετε αλέσει
έχετε αλεσμένο
έχεις αλεστεί
είσαι αλεσμένος, -η
έχετε αλεστεί
είστε αλεσμένοι, -ες
έχει αλέσει
έχει αλεσμένο
έχουν αλέσει
έχουν αλεσμένο
έχει αλεστεί
είναι αλεσμένος, -η, -ο
έχουν αλεστεί
είναι αλεσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αλέσει
είχα αλεσμένο
είχαμε αλέσει
είχαμε αλεσμένο
είχα αλεστεί
ήμουν αλεσμένος, -η
είχαμε αλεστεί
ήμαστε αλεσμένοι, -ες
είχες αλέσει
είχες αλεσμένο
είχατε αλέσει
είχατε αλεσμένο
είχες αλεστεί
ήσουν αλεσμένος, -η
είχατε αλεστεί
ήσαστε αλεσμένοι, -ες
είχε αλέσει
είχε αλεσμένο
είχαν αλέσει
είχαν αλεσμένο
είχε αλεστεί
ήταν αλεσμένος, -η, -ο
είχαν αλεστεί
ήταν αλεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αλέθωθα αλέθουμε, θα αλέθομεθα αλέθομαιθα αλεθόμαστε
θα αλέθειςθα αλέθετεθα αλέθεσαιθα αλέθεστε, θα αλεθόσαστε
θα αλέθειθα αλέθουν(ε)θα αλέθεταιθα αλέθονται
Fut
ur
θα αλέσωθα αλέσουμε, θα αλέσομεθα αλεστώθα αλεστούμε
θα αλέσειςθα αλέσετεθα αλεστείςθα αλεστείτε
θα αλέσειθα αλέσουν(ε)θα αλεστείθα αλεστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αλέσει
θα έχω αλεσμένο
θα έχουμε αλέσει
θα έχουμε αλεσμένο
θα έχω αλεστεί
θα είμαι αλεσμένος, -η
θα έχουμε αλεστεί
θα είμαστε αλεσμένοι, -ες
θα έχεις αλέσει
θα έχεις αλεσμένο
θα έχετε αλέσει
θα έχετε αλεσμένο
θα έχεις αλεστεί
θα είσαι αλεσμένος, -η
θα έχετε αλεστεί
θα είστε αλεσμένοι, -ες
θα έχει αλέσει
θα έχει αλεσμένο
θα έχουν αλέσει
θα έχουν αλεσμένο
θα έχει αλεστεί
θα είναι αλεσμένος, -η, -ο
θα έχουν αλεστεί
θα είναι αλεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αλέθωνα αλέθουμε, να αλέθομενα αλέθομαινα αλεθόμαστε
να αλέθειςνα αλέθετενα αλέθεσαινα αλέθεστε, να αλεθόσαστε
να αλέθεινα αλέθουν(ε)να αλέθεταινα αλέθονται
Aoristνα αλέσωνα αλέσουμε, να αλέσομενα αλεστώνα αλεστούμε
να αλέσειςνα αλέσετενα αλεστείςνα αλεστείτε
να αλέσεινα αλέσουν(ε)να αλεστείνα αλεστούν(ε)
Perfνα έχω αλέσει
να έχω αλεσμένο
να έχουμε αλέσει
να έχουμε αλεσμένο
να έχω αλεστεί
να είμαι αλεσμένος, -η
να έχουμε αλεστεί
να είμαστε αλεσμένοι, -ες
να έχεις αλέσει
να έχεις αλεσμένο
να έχετε αλέσει
να έχετε αλεσμένο
να έχεις αλεστεί
να είσαι αλεσμένος, -η
να έχετε αλεστεί
να είστε αλεσμένοι, -ες
να έχει αλέσει
να έχει αλεσμένο
να έχουν αλέσει
να έχουν αλεσμένο
να έχει αλεστεί
να είναι αλεσμένος, -η, -ο
να έχουν αλεστεί
να είναι αλεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαλέθεαλέθετεαλέθεστε
Aoristαλέσεαλέστεαλέσουαλεστείτε
Part
izip
Presαλέθοντας
Perfέχοντας αλέσει, έχοντας αλεσμένοαλεσμένος, -η, -οαλεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristαλέσειαλεστεί





Person Wortform
Präsens ich mahle
du mahlst
er, sie, es mahlt
Präteritum ich mahlte
Konjunktiv II ich mahlte
Imperativ Singular mahle!
Plural mahlt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemahlen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:mahlen


Griechische Definition zu αλέθω

αλέθω [aléθo] -ομαι Ρ αόρ. άλεσα, απαρέμφ. αλέσει, παθ. αόρ. αλέστηκα, απαρέμφ. αλεστεί, μππ. αλεσμένος : 1α.μεταβάλλω τα δημητριακά σε αλεύρι: Πηγαίνουν στο μύλο, για να αλέσουν σιτάρι και καλαμπόκι. Ο μύλος αλέθει το σιτάρι / αλέθει καλά. Aλεσμένο σιτάρι. ΦΡ ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει, για κπ. που τρώει οτιδήποτε και μτφ. β. μεταβάλλω σε σκόνη φυτικούς καρπούς, ορυκτά ή άλλες στερεές ουσίες: αλέθω τον καφέ / το πιπέρι, κόβω. αλέθω το γύψο, τον κονιορτοποιώ. || πολτοποιώ: Tα μωρά τρέφονται με αλεσμένες τροφές. Για την παρασκευή τροφών για πτηνά χρησιμοποιούνται αλεσμένα κόκαλα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αλέθω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15