ακούω  Verb  [akuo, akoyw]

Ähnliche Bedeutung wie ακούω


Beispielsätze ακούω

... Χόρτασα πια να ακούω συνέχεια τα ίδια. ...

... Πρώτη φορά το ακούω αυτό. ...

... Συχνά την ακούω να μιλάει για τα παιδικά της χρόνια. ...

Quelle: enteka, enteka, glavkos


Beispielsätze ich höre

... Wie ich höre ist Nancy sehr hübsch. ...

... Los, sag schon, ich höre dir genau zu. ...

... Der Junge ist im Garten und ich höre seine Stimme. ...

Quelle: Wolf, xtofu80, MUIRIEL

Grammatik


ΑΚΟΥΩ
I hear
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ακούωακούουμεακούγομαιακουγόμαστε
ακούςακούτεακούγεσαιακούγεστε, ακουγόσαστε
ακούειακούν(ε)ακούγεταιακούγονται
Imper
fekt
άκουγαακούγαμεακουγόμουν(α)ακουγόμαστε, ακουγόμασταν
άκουγεςακούγατεακουγόσουν(α)ακουγόσαστε, ακουγόσασταν
άκουγεάκουγαν, ακούγαν(ε)ακουγόταν(ε)ακούγονταν, ακουγόντανε, ακουγόντουσαν
Aoristάκουσαακούσαμεακούστηκαακουστήκαμε
άκουσεςακούσατεακούστηκεςακουστήκατε
άκουσεάκουσαν, ακούσαν(ε)ακούστηκεακουστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ακούσειέχουμε ακούσειέχω ακουστείέχουμε ακουστεί
έχεις ακούσειέχετε ακούσειέχεις ακουστείέχετε ακουστεί
έχει ακούσειέχουν ακούσειέχει ακουστείέχουν ακουστεί
Plu
per
fect
είχα ακούσειείχαμε ακούσειείχα ακουστείείχαμε ακουστεί
είχες ακούσειείχατε ακούσειείχες ακουστείείχατε ακουστεί
είχε ακούσειείχαν ακούσειείχε ακουστείείχαν ακουστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ακούωθα ακούμεθα ακούγομαιθα ακουγόμαστε
θα ακούςθα ακούτεθα ακούγεσαιθα ακούγεστε, θα ακουγόσαστε
θα ακούειθα ακούν(ε)θα ακούγεταιθα ακούγονται
Fut
ur
θα ακούσωθα ακούσουμε, θα ακούσομεθα ακουστώθα ακουστούμε
θα ακούσειςθα ακούσετεθα ακουστείςθα ακουστείτε
θα ακούσειθα ακούσουν(ε)θα ακουστείθα ακουστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ακούσειθα έχουμε ακούσειθα έχω ακουστείθα έχουμε ακουστεί
θα έχεις ακούσειθα έχετε ακούσειθα έχεις ακουστείθα έχετε ακουστεί
θα έχει ακούσειθα έχουν ακούσειθα έχει ακουστείθα έχουν ακουστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ακούωνα ακούομενα ακούγομαινα ακουγόμαστε
να ακούςνα ακούτενα ακούγεσαινα ακούγεστε, να ακουγόσαστε
να ακούεινα ακούν(ε)να ακούγεταινα ακούγονται
Aoristνα ακούσωνα ακούσουμε, να ακούσομενα ακουστώνα ακουστούμε
να ακούσειςνα ακούσετενα ακουστείςνα ακουστείτε
να ακούσεινα ακούσουν(ε)να ακουστείνα ακουστούν(ε)
Perfνα έχω ακούσεινα έχουμε ακούσεινα έχω ακουστείνα έχουμε ακουστεί
να έχεις ακούσεινα έχετε ακούσεινα έχεις ακουστείνα έχετε ακουστεί
να έχει ακούσεινα έχουν ακούσεινα έχει ακουστείνα έχουν ακουστεί
Imper
ativ
Presάκου, άκουγεακούτεακούγεστε
Aoristάκουσεακούστεακουστείτε
Part
izip
Presακούγοντας
Perfέχοντας ακούσειακουσμένος, -η, -οακουσμένοι, -ες, -α
InfinAoristακούσειακουστεί



Person Wortform
Präsens ich höre
du hörst
er, sie, es hört
Präteritum ich hörte
Konjunktiv II ich hörte
Imperativ Singular hör!
höre!
Plural hört!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehört
hören
haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hören








Griechische Definition zu ακούω

ακούω [akúo] -γομαι Ρ ενεστ. ακούς, ακούει, ακούμε, ακούτε, ακούν(ε), προστ. άκου, ακούτε, μεε. ακούγοντας, πρτ. άκουγα, αόρ. άκουσα, απαρέμφ. ακούσει, παθ. αόρ. ακούστηκα, απαρέμφ. ακουστεί, μππ. ακουσμένος : 1.έχω την αίσθηση της ακοής, μπορώ και αντιλαμβάνομαι ήχους με το αισθητήριο όργανο της ακοής: Είναι κουφός· δεν ακούει καθόλου. Xωρίς ακουστικά, δεν ακούει καλά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ακούω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15