αγνοώ  Verb  [agnoo, arnoo, agnow]

Ähnliche Bedeutung wie αγνοώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αγνοώ

... ρεύματα που δεν αντιμετώπισαν ευμενώς το ύφος του και είχαν ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το έργο του Γκρέκο τους επόμενους αιώνες. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, ...

... διάφορους μηχανισμούς, όπως η μετάθεση και η χρήση συμβόλων. Το βιβλίο αγνοήθηκε για περίπου μία δεκαετία πριν αρχίσει να αναγνωρίζεται η αξία του, περίοδο ...

... περιγράφηκε με λεπτομέρεια στο βιβλίο του Ο Αγών Μου, το οποίο αν και γενικά αγνοήθηκε όταν πρωτοεκδόθηκε το 1925, κυκλοφόρησε σε πολλά αντίτυπα στη Γερμανία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nicht wissen

... Es ist wahr, dass er die Wahrheit nicht wissen konnte. ...

... Das sind Dinge, die ich nicht wissen will, weil ich sie schon weiß. ...

... Falls du es noch nicht wissen solltest, Tom: Die Leibeigenschaft ist abgeschafft! Koch dir dein Essen selbst! ...

Quelle: TRANG, al_ex_an_der, PeterR

Grammatik


ΑΓΝΟΩ
I ignore
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγνοώαγνοούμεαγνοούμαιαγνοούμαστε
αγνοείςαγνοείτεαγνοείσαιαγνοείστε
αγνοείαγνοούν(ε)αγνοείταιαγνοούνται
Imper
fekt
αγνοούσααγνοούσαμεαγνοούμουναγνοούμαστε
αγνοούσεςαγνοούσατε
αγνοούσεαγνοούσαν(ε)αγνοούνταν, αγνοείτοαγνοούνταν, αγνοούντο
Aoristαγνόησααγνοήσαμεαγνοήθηκααγνοηθήκαμε
αγνόησεςαγνοήσατεαγνοήθηκεςαγνοηθήκατε
αγνόησεαγνόησαν, αγνοήσαν(ε)αγνοήθηκεαγνοήθηκαν, αγνοηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω αγνοήσει
έχω αγνοημένο
έχουμε αγνοήσει
έχουμε αγνοημένο
έχω αγνοηθεί
είμαι αγνοημένος, -η
έχουμε αγνοηθεί
είμαστε αγνοημένοι, -ες
έχεις αγνοήσει
έχεις αγνοημένο
έχετε αγνοήσει
έχετε αγνοημένο
έχεις αγνοηθεί
είσαι αγνοημένος, -η
έχετε αγνοηθεί
είστε αγνοημένοι, -ες
έχει αγνοήσει
έχει αγνοημένο
έχουν αγνοήσει
έχουν αγνοημένο
έχει αγνοηθεί
είναι αγνοημένος, -η, -ο
έχουν αγνοηθεί
είναι αγνοημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα αγνοήσει
είχα αγνοημένο
είχαμε αγνοήσει
είχαμε αγνοημένο
είχα αγνοηθεί
ήμουν αγνοημένος, -η
είχαμε αγνοηθεί
ήμαστε αγνοημένοι, -ες
είχες αγνοήσει
είχες αγνοημένο
είχατε αγνοήσει
είχατε αγνοημένο
είχες αγνοηθεί
ήσουν αγνοημένος, -η
είχατε αγνοηθεί
ήσαστε αγνοημένοι, -ες
είχε αγνοήσει
είχε αγνοημένο
είχαν αγνοήσει
είχαν αγνοημένο
είχε αγνοηθεί
ήταν αγνοημένος, -η, -ο
είχαν αγνοηθεί
ήταν αγνοημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγνοώθα αγνοούμεθα αγνοούμαιθα αγνοούμαστε
θα αγνοείςθα αγνοείτεθα αγνοείσαιθα αγνοείστε
θα αγνοείθα αγνοούν(ε)θα αγνοείταιθα αγνοούνται
Fut
ur
θα αγνοήσωθα αγνοήσουμεθα αγνοηθώθα αγνοηθούμε
θα αγνοήσειςθα αγνοήσετεθα αγνοηθείςθα αγνοηθείτε
θα αγνοήσειθα αγνοήσουν(ε)θα αγνοηθείθα αγνοηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγνοήσει
θα έχω αγνοημένο
θα έχουμε αγνοήσει
θα έχουμε αγνοημένο
θα έχω αγνοηθεί
θα είμαι αγνοημένος, -η
θα έχουμε αγνοηθεί
θα είμαστε αγνοημένοι, -ες
θα έχεις αγνοήσει
θα έχεις αγνοημένο
θα έχετε αγνοήσει
θα έχετε αγνοημένο
θα έχεις αγνοηθεί
θα είσαι αγνοημένος, -η
θα έχετε αγνοηθεί
θα είστε αγνοημένοι, -η
θα έχει αγνοήσει
θα έχει αγνοημένο
θα έχουν αγνοήσει
θα έχουν αγνοημένο
θα έχει αγνοηθεί
θα είναι αγνοημένος, -η, -ο
θα έχουν αγνοηθεί
θα είναι αγνοημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγνοώνα αγνοούμενα αγνοούμαινα αγνοούμαστε
να αγνοείςνα αγνοείτενα αγνοείσαινα αγνοείστε
να αγνοείνα αγνοούν(ε)να αγνοείταινα αγνοούνται
Aoristνα αγνοήσωνα αγνοήσουμε, να αγνοήσομενα αγνοηθώνα αγνοηθούμε
να αγνοήσειςνα αγνοήσετενα αγνοηθείςνα αγνοηθείτε
να αγνοήσεινα αγνοήσουν(ε)να αγνοηθείνα αγνοηθούν(ε)
Perfνα έχω αγνοήσει
να έχω αγνοημένο
να έχουμε αγνοήσει
να έχουμε αγνοημένο
να έχω αγνοηθεί
να είμαι αγνοημένος, -η
να έχουμε αγνοηθεί
να είμαστε αγνοημένοι, -ες
να έχεις αγνοήσει
να έχεις αγνοημένο
να έχετε αγνοήσει
να έχετε αγνοημένο
να έχεις αγνοηθεί
να είσαι αγνοημένος, -η
να έχετε αγνοηθεί
να είστε αγνοημένοι, -ες
να έχει αγνοήσει
να έχει αγνοημένο
να έχουν αγνοήσει
να έχουν αγνοημένο
να έχει αγνοηθεί
να είναι αγνοημένος, -η, -ο
να έχουν αγνοηθεί
να είναι αγνοημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαγνοείτεαγνοείστε
Aoristαγνόησεαγνοήστε, αγνοήσετεαγνοήσουαγνοηθείτε
Part
izip
Presαγνοώντας
Perfέχοντας αγνοήσει, έχοντας αγνοημένοαγνοημένος, -η, -οαγνοημένοι, -ες, -α
InfinAoristαγνοήσειαγνοηθεί






Griechische Definition zu αγνοώ

αγνοώ [aγnoó] -ούμαι μπε. αγνοούμενος* : 1.δεν ξέρω, δε γνωρίζω: Δεν επιτρέπεται να αγνοείς την ιστορία του τόπου σου. Aγνοείται η τύχη των ναυαγών. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αγνοώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15