συναγωνίζομαι Verb  [sinagonizome, sinaronizome, synagwnizomai]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
(0)

Etymologie zu συναγωνίζομαι

συναγωνίζομαι altgriechisch συναγωνίζομαι σύν + ἀγωνίζομαι ἀγών


GriechischDeutsch
Και δεν θέλω να σε συναγωνίζομαι, αλλά το κάνω γιατί υποτίθεται ότι πρέπει να σπρώχνουμε η μία την άλλη και να γινόμαστε καλύτερες για πάντα.Und ich will nicht mit dir wetteifern, aber ich tue es, weil wir uns gegenseitig fordern und uns immerzu besser machen sollen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu συναγωνίζομαι

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συναγωνίζομαισυναγωνιζόμαστε
συναγωνίζεσαισυναγωνίζεστε, συναγωνιζόσαστε
συναγωνίζεταισυναγωνίζονται
Imper
fekt
συναγωνιζόμουν(α)συναγωνιζόμαστε, συναγωνιζόμασταν
συναγωνιζόσουν(α)συναγωνιζόσαστε, συναγωνιζόσασταν
συναγωνιζόταν(ε)συναγωνίζονταν, συναγωνιζόντανε, συναγωνιζόντουσαν
Aoristσυναγωνίστηκασυναγωνιστήκαμε
συναγωνίστηκεςσυναγωνιστήκατε
συναγωνίστηκεσυναγωνίστηκαν, συναγωνιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω συναγωνιστείέχουμε συναγωνιστεί
έχεις συναγωνιστείέχετε συναγωνιστεί
έχει συναγωνιστείέχουν συναγωνιστεί
Plu
per
fekt
είχα συναγωνιστείείχαμε συναγωνιστεί
είχες συναγωνιστείείχατε συναγωνιστεί
είχε συναγωνιστείείχαν συναγωνιστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συναγωνίζομαιθα συναγωνιζόμαστε
θα συναγωνίζεσαιθα συναγωνίζεστε, θα συναγωνιζόσαστε
θα συναγωνίζεταιθα συναγωνίζονται
Fut
ur
θα συναγωνιστώθα συναγωνιστούμε
θα συναγωνιστείςθα συναγωνιστείτε
θα συναγωνιστείθα συναγωνιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συναγωνιστείθα έχουμε συναγωνιστεί
θα έχεις συναγωνιστείθα έχετε συναγωνιστεί
θα έχει συναγωνιστείθα έχουν συναγωνιστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συναγωνίζομαινα συναγωνιζόμαστε
να συναγωνίζεσαινα συναγωνίζεστε, να συναγωνιζόσαστε
να συναγωνίζεταινα συναγωνίζονται
Aoristνα συναγωνιστώνα συναγωνιστούμε
να συναγωνιστείςνα συναγωνιστείτε
να συναγωνιστείνα συναγωνιστούν(ε)
Perfνα έχω συναγωνιστείνα έχουμε συναγωνιστεί
να έχεις συναγωνιστείνα έχετε συναγωνιστεί
να έχει συναγωνιστείνα έχουν συναγωνιστεί
Imper
ativ
Presσυναγωνίζεστε
Aoristσυναγωνίσουσυναγωνιστείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristσυναγωνιστεί







Griechische Definition zu συναγωνίζομαι

συναγωνίζομαι [sinaγonízome] .1β : αγωνίζομαι, προσπαθώ να διακριθώ, να ξεπεράσω κπ. σε μια παράλληλη αλλά όχι κοινή προσπάθεια, να πετύχω ένα καλύτερο αποτέλεσμα· (πρβ. ανταγωνίζομαι): Συναγωνίζονται ποιος θα τρέξει πιο γρήγορα / ποιος θα είναι ο καλύτερος μαθητής / ποιος θα έχει τον καλύτερο κήπο. Kανένας δεν μπορεί να μας συναγωνιστεί στην ποιότητα των προϊόντων μας. Kανένας δεν μπορεί να συναγωνιστεί τα προϊόντα μας / τις τιμές μας που είναι οι καλύτερες. || (ειρ.) για κπ. ή για κτ. που μπορεί να συγκριθεί ως προς τις αρνητικές του ιδιότητες με κπ. ή με κτ. άλλο εξίσου κακό: Ο Γιάννης συναγωνίζεται στην τεμπελιά το Γιώργο. Ξενοδοχεία που συναγωνίζονται σε ανέσεις τα χάνια.

[λόγ. < αρχ. συναγωνίζομαι `αγωνίζομαι σαν σύμμαχος΄ σημδ. γαλλ. combattre & συν. concourir]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback