blasen
 Verb

φυσώ 
(0)
σαλπίζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Sag dem Trompeter, er soll das Sammelsignal blasen.Γιατί δεν λες στο σαλπιγκτή να σαλπίσει προσκλητήριο;

Übersetzung nicht bestätigt

Das ist nur ein anderes Wort für Trübsal blasen.Δικαιολογίες για να χασομεράς.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn ihnen der Funk die Position aller Schiffe anzeigt, warum müssen sie dann immerzu dieses Nebelhorn blasen?Είπα, αν το ραντάρ τούς λέει πού 'ναι τα πλοία... γιατί πρέπει να χτυπάνε αυτήν την κόρνα όλη την ώρα;

Übersetzung nicht bestätigt

Genug Munition, um uns nach Tara zu blasen.Θα έβαλαν φωτιά στις αποθήκες. Έχουν πολλά πυρομαχικά εκεί.

Übersetzung nicht bestätigt

Der Boss wird ihnen den Marsch blasen, wegen ihrer Teufeleien.Μάλλον θα τους μάλωνε ο διοικητής για την διαβολιά που έκαναν.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
pusten
blasen
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




ΦΥΣΩ
I blow
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φυσάω, φυσώφυσάμε, φυσούμε
φυσάςφυσάτε
φυσάει, φυσάφυσάν(ε), φυσούν(ε)
Imper
fekt
φυσούσα, φύσαγαφυσούσαμε, φυσάγαμε
φυσούσες, φύσαγεςφυσούσατε, φυσάγατε
φυσούσε, φύσαγεφυσούσαν(ε), φύσαγαν, φυσάγανε
Aoristφύσηξαφυσήξαμε
φύσηξεςφυσήξατε
φύσηξεφύσηξαν, φυσήξαν(ε)
Perf
ekt
έχω φυσήξειέχουμε φυσήξει
έχεις φυσήξειέχετε φυσήξει
έχει φυσήξειέχουν φυσήξει
Plu
perf
ekt
είχα φυσήξειείχαμε φυσήξει
είχες φυσήξειείχατε φυσήξει
είχε φυσήξειείχαν φυσήξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φυσάω, θα φυσώθα φυσάμε, θα φυσούμε
θα φυσάςθα φυσάτε
θα φυσάει, θα φυσάθα φυσάν(ε), θα φυσούν(ε)
Fut
ur
θα φυσήξωθα φυσήξουμε, θα φυσήξομε
θα φυσήξειςθα φυσήξετε
θα φυσήξειθα φυσήξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φυσήξειθα έχουμε φυσήξει
θα έχεις φυσήξειθα έχετε φυσήξει
θα έχει φυσήξειθα έχουν φυσήξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φυσάω, να φυσώνα φυσάμε, να φυσούμε
να φυσάςνα φυσάτε
να φυσάει, να φυσάνα φυσάν(ε), να φυσούν(ε)
Aoristνα φυσήξωνα φυσήξουμε, να φυσήξομε
να φυσήξειςνα φυσήξετε
να φυσήξεινα φυσήξουν(ε)
Perfνα έχω φυσήξεινα έχουμε φυσήξει
να έχεις φυσήξεινα έχετε φυσήξει
να έχει φυσήξεινα έχουν φυσήξει
Imper
ativ
Presφύσα, φύσαγεφυσάτε
Aoristφύσηξε, φύσαφυσήξτε, φυσήχτε
Part
izip
Presφυσώντας
Perfέχοντας φυσήξει
InfinAoristφυσήξει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback