berauschen
 Verb

μεθώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wir schaffen die Gelegenheit, dass Menschen sich begegnen, miteinander sprechen, miteinander schlafen, miteinander bumsen, sich zu berauschen und berauchen.Ειναι κατι σαν δικαιολογια για τον καθενα, κατι για να ερθει πιο κοντα... να μιιλησει με τον αλλον, να κοιμηθουνε μαζι... να χορεψουνε... και να μαστουρωσουν... και να περασουν μια ομορφη νυχτα...

Übersetzung nicht bestätigt

Geheimnisvoll berauschen sie den Sinn."Με πόση γλύκα χαϊδεύει την ύπαρξή μας!"

Übersetzung nicht bestätigt

Mich an den Sternen berauschen.-Σπάω σύννεφα. Το έχεις κάνει ποτέ;

Übersetzung nicht bestätigt

Ihr nur zuzusehen, wie sie lebt, wie sie geht, sich dem Schwingen ihres Rockes hinzugeben, sich berauschen zu lassen vom Stoff, der ihren Körper umspielt.Να την βλέπω να ζει, να περπατάει... Να με νανουρίζει η κίνηση της φούστας της και να μεθάω με το ύφασμα που χαϊδεύει το κορμί της...

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn jemand einen Grund hat sich zu berauschen, dann ein Teenager-Zwerg.Εάν κάποιος έχει λόγο να "μουδιάσει" τον πόνο, αυτός είναι μια νεαρός νάνος.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεθάω, μεθώμεθάμε, μεθούμε
μεθάςμεθάτε
μεθάει, μεθάμεθάν(ε), μεθούν(ε)
Imper
fekt
μεθούσα, μέθαγαμεθούσαμε, μεθάγαμε
μεθούσες, μέθαγεςμεθούσατε, μεθάγατε
μεθούσε, μέθαγεμεθούσαν(ε), μέθαγαν, μεθάγανε
Aoristμέθυσαμεθύσαμε
μέθυσεςμεθύσατε
μέθυσεμέθυσαν, μεθύσαν(ε)
Perf
ekt
έχω μεθύσει
είμαι μεθυσμένος, -η
έχουμε μεθύσει
είμαστε μεθυσμένοι, -ες
έχεις μεθύσει
είσαι μεθυσμένος, -η
έχετε μεθύσει
είστε μεθυσμένοι, -ες
έχει μεθύσει
είναι μεθυσμένος, -η, -ο
έχουν μεθύσει
είναι μεθυσμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μεθύσει
ήμουν μεθυσμένος, -η
είχαμε μεθύσει
ήμαστε μεθυσμένοι, -ες
είχες μεθύσει
ήσουν μεθυσμένος, -η
είχατε μεθύσει
ήσαστε μεθυσμένοι, -ες
είχε μεθύσει
ήταν μεθυσμένος, -η, -ο
είχαν μεθύσει
ήταν μεθυσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεθάω, θα μεθώθα μεθάμε, θα μεθούμε
θα μεθάςθα μεθάτε
θα μεθάει, θα μεθάθα μεθάν(ε), θα μεθούν(ε)
Fut
ur
θα μεθύσωθα μεθύσουμε, θα μεθύσομε
θα μεθύσειςθα μεθύσετε
θα μεθύσειθα μεθύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μεθύσει
θα είμαι μεθυσμένος, -η
θα έχουμε μεθύσει
θα είμαστε μεθυσμένοι, -ες
θα έχεις μεθύσει
θα είσαι μεθυσμένος, -η
θα έχετε μεθύσει
θα είστε μεθυσμένοι, -ες
θα έχει μεθύσει
θα είναι μεθυσμένος, -η, -ο
θα έχουν μεθύσει
θα είναι μεθυσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεθάω, να μεθώνα μεθάμε, να μεθούμε
να μεθάςνα μεθάτε
να μεθάει, να μεθάνα μεθάν(ε), να μεθούν(ε)
Aoristνα μεθύσωνα μεθύσουμε, να μεθύσομε
να μεθύσειςνα μεθύσετε
να μεθύσεινα μεθύσουν(ε)
Perfνα έχω μεθύσει
να είμαι μεθυσμένος, -η
να έχουμε μεθύσει
να είμαστε μεθυσμένοι, -ες
να έχεις μεθύσει
να είσαι μεθυσμένος, -η
να έχετε μεθύσει
να είστε μεθυσμένοι, -η
να έχει μεθύσει
να είναι μεθυσμένος, -η, -ο
να έχουν μεθύσει
να είναι μεθυσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμέθα, μέθαγεμεθάτε
Aoristμέθυσε, μέθαμεθύστε
Part
izip
Presμεθώντας
Perfέχοντας μεθύσει
InfinAoristμεθύσει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback