μεθώ  Verb  [metho, methw]

Ähnliche Bedeutung wie μεθώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μεθώ

... λίθος. Το όνομά του προέρχεται από το στερητικό «α» και το ρήμα «μεθύω» (μεθώ), καθώς στην αρχαιότητα πίστευαν ότι το πετράδι αυτό προστάτευε τον κάτοχό ...

... Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), Διεθνώς: Intensive Care Unit (ICU) είναι ένα ειδικό τμήμα του Νοσοκομείου όπου παρέχονται υπηρεσίες Επείγουσας και Εντατικής ...

... Μπελεντέρια", "Ο τεκετζής", και τα "Ο μάγκας του Βοτανικού" και "Πίνω και μεθώ" (Οφ Αμάν), με τον Ζαχαρία Κασιμάτη. Ο Σπύρος Περιστέρης ήταν ο άνθρωπος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze betrunken machen

... als krebserzeugend eingestuft. Regelmäßiger Alkoholkonsum kann abhängig machen. Laut einer Studie der Weltgesundheitsorganisation starben im Jahr 2012 ...

... Wein tranken, weil sie glaubten, niemand könnte effektiv lügen, wenn er betrunken ist.Der Satz wurde häufig auch im Zusammenhang mit „in aqua sanitas“ verwendet ...

... betrunken ein Menschenfreund. Nüchtern will Puntila seine Tochter mit einem Aristokraten verheiraten, betrunken mit seinem Chauffeur Matti. Betrunken ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΕΘΩ
I get drunk
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεθάω, μεθώμεθάμε, μεθούμε
μεθάςμεθάτε
μεθάει, μεθάμεθάν(ε), μεθούν(ε)
Imper
fekt
μεθούσα, μέθαγαμεθούσαμε, μεθάγαμε
μεθούσες, μέθαγεςμεθούσατε, μεθάγατε
μεθούσε, μέθαγεμεθούσαν(ε), μέθαγαν, μεθάγανε
Aoristμέθυσαμεθύσαμε
μέθυσεςμεθύσατε
μέθυσεμέθυσαν, μεθύσαν(ε)
Perf
ekt
έχω μεθύσει
είμαι μεθυσμένος, -η
έχουμε μεθύσει
είμαστε μεθυσμένοι, -ες
έχεις μεθύσει
είσαι μεθυσμένος, -η
έχετε μεθύσει
είστε μεθυσμένοι, -ες
έχει μεθύσει
είναι μεθυσμένος, -η, -ο
έχουν μεθύσει
είναι μεθυσμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μεθύσει
ήμουν μεθυσμένος, -η
είχαμε μεθύσει
ήμαστε μεθυσμένοι, -ες
είχες μεθύσει
ήσουν μεθυσμένος, -η
είχατε μεθύσει
ήσαστε μεθυσμένοι, -ες
είχε μεθύσει
ήταν μεθυσμένος, -η, -ο
είχαν μεθύσει
ήταν μεθυσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεθάω, θα μεθώθα μεθάμε, θα μεθούμε
θα μεθάςθα μεθάτε
θα μεθάει, θα μεθάθα μεθάν(ε), θα μεθούν(ε)
Fut
ur
θα μεθύσωθα μεθύσουμε, θα μεθύσομε
θα μεθύσειςθα μεθύσετε
θα μεθύσειθα μεθύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μεθύσει
θα είμαι μεθυσμένος, -η
θα έχουμε μεθύσει
θα είμαστε μεθυσμένοι, -ες
θα έχεις μεθύσει
θα είσαι μεθυσμένος, -η
θα έχετε μεθύσει
θα είστε μεθυσμένοι, -ες
θα έχει μεθύσει
θα είναι μεθυσμένος, -η, -ο
θα έχουν μεθύσει
θα είναι μεθυσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεθάω, να μεθώνα μεθάμε, να μεθούμε
να μεθάςνα μεθάτε
να μεθάει, να μεθάνα μεθάν(ε), να μεθούν(ε)
Aoristνα μεθύσωνα μεθύσουμε, να μεθύσομε
να μεθύσειςνα μεθύσετε
να μεθύσεινα μεθύσουν(ε)
Perfνα έχω μεθύσει
να είμαι μεθυσμένος, -η
να έχουμε μεθύσει
να είμαστε μεθυσμένοι, -ες
να έχεις μεθύσει
να είσαι μεθυσμένος, -η
να έχετε μεθύσει
να είστε μεθυσμένοι, -η
να έχει μεθύσει
να είναι μεθυσμένος, -η, -ο
να έχουν μεθύσει
να είναι μεθυσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμέθα, μέθαγεμεθάτε
Aoristμέθυσε, μέθαμεθύστε
Part
izip
Presμεθώντας
Perfέχοντας μεθύσει
InfinAoristμεθύσει




Griechische Definition zu μεθώ

μεθώ [meθó] & -άω .1α αόρ. μέθυσα, απαρέμφ. μεθύσει, μππ. μεθυσμέ νος* : 1α. κάνω κπ. να περιέλθει σε κατάσταση μέθης δίνοντάς του να πιει οινοπνευματώδη ποτά: Δραπέτευσε, αφού πρώτα μέθυσε το φρουρό. Tον μέθυσε το δυνατό κρασί. β. βρίσκομαι σε κατάσταση μέθης επειδή έχω καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά: Ήπιε πολύ κρασί / ούζο και μέθυσε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μεθώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15