aufsammeln
 Verb

μαζεύω Verb
(12)
περισυλλέγω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich möchte nicht eines Tages ihre Körperteile aufsammeln müssen.Δεν θα ήθελα κάποτε να μαζεύω τα κομμάτια ενός τόσο όμορφο κοριτσιού.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich muss die Scherben einer zerbrochenen Welt aufsammeln:Πρέπει να μαζεύω συντρίμμια:

Übersetzung nicht bestätigt

Und ich kann die Öldosen aufsammeln.Και τα κουτιά απ'το λάδι, τα μαζεύω εγώ!

Übersetzung nicht bestätigt

Ich kann nicht die Sardinen aufsammeln und ans Telefon gehen.Περίμενε! Δεν μπορώ να μαζεύω τις σαρδέλες από το πάτωμα και να απαντάω στο τηλέφωνο.

Übersetzung nicht bestätigt

Muss ich dann auch Müll aufsammeln?Θα με συλλάβετε; Θα μαζεύω σκουπίδια;

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
aufklauben
aufsammeln
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαζεύωμαζεύουμε, μαζεύομεμαζεύομαιμαζευόμαστε
μαζεύειςμαζεύετεμαζεύεσαιμαζεύεστε, μαζευόσαστε
μαζεύειμαζεύουν(ε)μαζεύεταιμαζεύονται
Imper
fekt
μάζευαμαζεύαμεμαζευόμουν(α)μαζευόμαστε, μαζευόμασταν
μάζευεςμαζεύατεμαζευόσουν(α)μαζευόσαστε, μαζευόσασταν
μάζευεμάζευαν, μαζεύαν(ε)μαζευόταν(ε)μαζεύονταν, μαζευόντανε, μαζευόντουσαν
Aoristμάζεψαμαζέψαμεμαζεύτηκαμαζευτήκαμε
μάζεψεςμαζέψατεμαζεύτηκεςμαζευτήκατε
μάζεψεμάζεψαν, μαζέψαν(ε)μαζεύτηκεμαζεύτηκαν, μαζευτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω μαζέψει
έχω μαζεμένο
έχουμε μαζέψει
έχουμε μαζεμένο
έχω μαζευτεί
είμαι μαζεμένος, -η
έχουμε μαζευτεί
είμαστε μαζεμένοι, -ες
έχεις μαζέψει
έχεις μαζεμένο
έχετε μαζέψει
έχετε μαζεμένο
έχεις μαζευτεί
είσαι μαζεμένος, -η
έχετε μαζευτεί
είστε μαζεμένοι, -ες
έχει μαζέψει
έχει μαζεμένο
έχουν μαζέψει
έχουν μαζεμένο
έχει μαζευτεί
είναι μαζεμένος, -η, -ο
έχουν μαζευτεί
είναι μαζεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα μαζέψει
είχα μαζεμένο
είχαμε μαζέψει
είχαμε μαζεμένο
είχα μαζευτεί
ήμουν μαζεμένος, -η
είχαμε μαζευτεί
ήμαστε μαζεμένοι, -ες
είχες μαζέψει
είχες μαζεμένο
είχατε μαζέψει
είχατε μαζεμένο
είχες μαζευτεί
ήσουν μαζεμένος, -η
είχατε μαζευτεί
ήσαστε μαζεμένοι, -ες
είχε μαζέψει
είχε μαζεμένο
είχαν μαζέψει
είχαν μαζεμένο
είχε μαζευτεί
ήταν μαζεμένος, -η, -ο
είχαν μαζευτεί
ήταν μαζεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαζεύωθα μαζεύουμε, θα μαζεύομεθα μαζεύομαιθα μαζευόμαστε
θα μαζεύειςθα μαζεύετεθα μαζεύεσαιθα μαζεύεστε, θα μαζευόσαστε
θα μαζεύειθα μαζεύουν(ε)θα μαζεύεταιθα μαζεύονται
Fut
ur
θα μαζέψωθα μαζέψουμε, θα μαζέψομεθα μαζευτώθα μαζευτούμε
θα μαζέψειςθα μαζέψετεθα μαζευτείςθα μαζευτείτε
θα μαζέψειθα μαζέψουν(ε)θα μαζευτείθα μαζευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μαζέψει
θα έχω μαζεμένο
θα έχουμε μαζέψει
θα έχουμε μαζεμένο
θα έχω μαζευτεί
θα είμαι μαζεμένος, -η
θα έχουμε μαζευτεί
θα είμαστε μαζεμένοι, -ες
θα έχεις μαζέψει
θα έχεις μαζεμένο
θα έχετε μαζέψει
θα έχετε μαζεμένο
θα έχεις μαζευτεί
θα είσαι μαζεμένος, -η
θα έχετε μαζευτεί
θα είστε μαζεμένοι, -ες
θα έχει μαζέψει
θα έχει μαζεμένο
θα έχουν μαζέψει
θα έχουν μαζεμένο
θα έχει μαζευτεί
θα είναι μαζεμένος, -η, -ο
θα έχουν μαζευτεί
θα είναι μαζεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαζεύωνα μαζεύουμε, να μαζεύομενα μαζεύομαινα μαζευόμαστε
να μαζεύειςνα μαζεύετενα μαζεύεσαινα μαζεύεστε, να μαζευόσαστε
να μαζεύεινα μαζεύουν(ε)να μαζεύεταινα μαζεύονται
Aoristνα μαζέψωνα μαζέψουμε, να μαζέψομενα μαζευτώνα μαζευτούμε
να μαζέψειςνα μαζέψετενα μαζευτείςνα μαζευτείτε
να μαζέψεινα μαζέψουν(ε)να μαζευτείνα μαζευτούν(ε)
Perfνα έχω μαζέψει
να έχω μαζεμένο
να έχουμε μαζέψει
να έχουμε μαζεμένο
να έχω μαζευτεί
να είμαι μαζεμένος, -η
να έχουμε μαζευτεί
να είμαστε μαζεμένοι, -ες
να έχεις μαζέψει
να έχεις μαζεμένο
να έχετε μαζέψει
να έχετε μαζεμένο
να έχεις μαζευτεί
να είσαι μαζεμένος, -η
να έχετε μαζευτεί
να είστε μαζεμένοι, -ες
να έχει μαζέψει
να έχει μαζεμένο
να έχουν μαζέψει
να έχουν μαζεμένο
να έχει μαζευτεί
να είναι μαζεμένος, -η, -ο
να έχουν μαζευτεί
να είναι μαζεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμάζευεμαζεύετεμαζεύεστε
Aoristμάζεψεμαζέψτε, μαζεύτεμαζέψουμαζευτείτε
Part
izip
Presμαζεύοντας
Perfέχοντας μαζέψει, έχοντας μαζεμένομαζεμένος, -η, -ομαζεμένοι, -ες, -α
InfinAoristμαζέψειμαζευτεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback