anpflanzen
 Verb

φυτεύω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Sie meinen, ich bekomme keinen Kredit, damit ich dieses Jahr anpflanzen kann?Δηλαδή φέτος δε θα μου δώσετε δάνειο, για να σπείρω;

Übersetzung nicht bestätigt

Morgens Kühe melken, kleine Sachen anpflanzen, weben, Butter machen.Να αρμέγεις τις αγελάδες, να καλλιεργείς φυτά να υφαίνεις, να φτιάχνεις βούτυρο.

Übersetzung nicht bestätigt

Aber Papa hat das Gefühl, dass er das Terrain nicht richtig ausnutzt, wenn er nichts anpflanzen kann.Δεν ξέρεις γερμανικά; Κακώς. Να μάθεις αμέσως!

Übersetzung nicht bestätigt

Du wirst mir nicht in Zuckerrüben ersticken. Keiner wird hier Zuckerrüben anpflanzen.Δεν πρόκειται για τεύτλα.

Übersetzung nicht bestätigt

Wann müssen wir anpflanzen?Πόσο σύντομα θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη φύτευση;

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
anpflanzen
ziehen (Pflanzen)
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φυτεύωφυτεύουμε, φυτεύομεφυτεύομαιφυτευόμαστε
φυτεύειςφυτεύετεφυτεύεσαιφυτεύεστε, φυτευόσαστε
φυτεύειφυτεύουν(ε)φυτεύεταιφυτεύονται
Imper
fekt
φύτευαφυτεύαμεφυτευόμουν(α)φυτευόμαστε, φυτευόμασταν
φύτευεςφυτεύατεφυτευόσουν(α)φυτευόσαστε, φυτευόσασταν
φύτευεφύτευαν, φυτεύαν(ε)φυτευόταν(ε)φυτεύονταν, φυτευόντανε, φυτευόντουσαν
Aoristφύτεψαφυτέψαμεφυτεύτηκαφυτευτήκαμε
φύτεψεςφυτέψατεφυτεύτηκεςφυτευτήκατε
φύτεψεφύτεψαν, φυτέψαν(ε)φυτεύτηκεφυτεύτηκαν, φυτευτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φυτέψει
έχω φυτεμένο
έχουμε φυτέψει
έχουμε φυτεμένο
έχω φυτευτεί
είμαι φυτεμένος, -η
έχουμε φυτευτεί
είμαστε φυτεμένοι, -ες
έχεις φυτέψει
έχεις φυτεμένο
έχετε φυτέψει
έχετε φυτεμένο
έχεις φυτευτεί
είσαι φυτεμένος, -η
έχετε φυτευτεί
είστε φυτεμένοι, -ες
έχει φυτέψει
έχει φυτεμένο
έχουν φυτέψει
έχουν φυτεμένο
έχει φυτευτεί
είναι φυτεμένος, -η, -ο
έχουν φυτευτεί
είναι φυτεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα φυτέψει
είχα φυτεμένο
είχαμε φυτέψει
είχαμε φυτεμένο
είχα φυτευτεί
ήμουν φυτεμένος, -η
είχαμε φυτευτεί
ήμαστε φυτεμένοι, -ες
είχες φυτέψει
είχες φυτεμένο
είχατε φυτέψει
είχατε φυτεμένο
είχες φυτευτεί
ήσουν φυτεμένος, -η
είχατε φυτευτεί
ήσαστε φυτεμένοι, -ες
είχε φυτέψει
είχε φυτεμένο
είχαν φυτέψει
είχαν φυτεμένο
είχε φυτευτεί
ήταν φυτεμένος, -η, -ο
είχαν φυτευτεί
ήταν φυτεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φυτεύωθα φυτεύουμε, θα φυτεύομεθα φυτεύομαιθα φυτευόμαστε
θα φυτεύειςθα φυτεύετεθα φυτεύεσαιθα φυτεύεστε, θα φυτευόσαστε
θα φυτεύειθα φυτεύουν(ε)θα φυτεύεταιθα φυτεύονται
Fut
ur
θα φυτέψωθα φυτέψουμε, θα φυτέψομεθα φυτευτώθα φυτευτούμε
θα φυτέψειςθα φυτέψετεθα φυτευτείςθα φυτευτείτε
θα φυτέψειθα φυτέψουν(ε)θα φυτευτείθα φυτευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φυτέψει
θα έχω φυτεμένο
θα έχουμε φυτέψει
θα έχουμε φυτεμένο
θα έχω φυτευτεί
θα είμαι φυτεμένος, -η
θα έχουμε φυτευτεί
θα είμαστε φυτεμένοι, -ες
θα έχεις φυτέψει
θα έχεις φυτεμένο
θα έχετε φυτέψει
θα έχετε φυτεμένο
θα έχεις φυτευτεί
θα είσαι φυτεμένος, -η
θα έχετε φυτευτεί
θα είστε φυτεμένοι, -ες
θα έχει φυτέψει
θα έχει φυτεμένο
θα έχουν φυτέψει
θα έχουν φυτεμένο
θα έχει φυτευτεί
θα είναι φυτεμένος, -η, -ο
θα έχουν φυτευτεί
θα είναι φυτεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φυτεύωνα φυτεύουμε, να φυτεύομενα φυτεύομαινα φυτευόμαστε
να φυτεύειςνα φυτεύετενα φυτεύεσαινα φυτεύεστε, να φυτευόσαστε
να φυτεύεινα φυτεύουν(ε)να φυτεύεταινα φυτεύονται
Aoristνα φυτέψωνα φυτέψουμε, να φυτέψομενα φυτευτώνα φυτευτούμε
να φυτέψειςνα φυτέψετενα φυτευτείςνα φυτευτείτε
να φυτέψεινα φυτέψουν(ε)να φυτευτείνα φυτευτούν(ε)
Perfνα έχω φυτέψει
να έχω φυτεμένο
να έχουμε φυτέψει
να έχουμε φυτεμένο
να έχω φυτευτεί
να είμαι φυτεμένος, -η
να έχουμε φυτευτεί
να είμαστε φυτεμένοι, -ες
να έχεις φυτέψει
να έχεις φυτεμένο
να έχετε φυτέψει
να έχετε φυτεμένο
να έχεις φυτευτεί
να είσαι φυτεμένος, -η
να έχετε φυτευτεί
να είστε φυτεμένοι, -ες
να έχει φυτέψει
να έχει φυτεμένο
να έχουν φυτέψει
να έχουν φυτεμένο
να έχει φυτευτεί
να είναι φυτεμένος, -η, -ο
να έχουν φυτευτεί
να είναι φυτεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφύτευεφυτεύετεφυτεύεστε
Aoristφύτεψεφυτέψτε, φυτεύτεφυτέψουφυτευτείτε
Part
izip
Presφυτεύοντας
Perfέχοντας φυτέψει, έχοντας φυτεμένοφυτεμένος, -η, -οφυτεμένοι, -ες, -α
InfinAoristφυτέψειφυτευτεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback