φυτεύω  Verb  [fitevo, fyteyw]

Ähnliche Bedeutung wie φυτεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φυτεύω

... Εγώ φυτεύω στον κήπο τριαντάφυλλα. ...

Quelle: mululatv


Beispielsätze pflanzen

... Wälder zu pflanzen ist gut für die Umwelt. ...

... Wir pflanzen Gemüse in unserem Garten an. ...

... Die Dummen braucht man weder zu pflanzen noch zu säen - sie wachsen von ganz alleine. ...

Quelle: Esperantostern, MUIRIEL, Esperantostern

Grammatik


ΦΥΤΕΥΩ
I plant
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φυτεύωφυτεύουμε, φυτεύομεφυτεύομαιφυτευόμαστε
φυτεύειςφυτεύετεφυτεύεσαιφυτεύεστε, φυτευόσαστε
φυτεύειφυτεύουν(ε)φυτεύεταιφυτεύονται
Imper
fekt
φύτευαφυτεύαμεφυτευόμουν(α)φυτευόμαστε, φυτευόμασταν
φύτευεςφυτεύατεφυτευόσουν(α)φυτευόσαστε, φυτευόσασταν
φύτευεφύτευαν, φυτεύαν(ε)φυτευόταν(ε)φυτεύονταν, φυτευόντανε, φυτευόντουσαν
Aoristφύτεψαφυτέψαμεφυτεύτηκαφυτευτήκαμε
φύτεψεςφυτέψατεφυτεύτηκεςφυτευτήκατε
φύτεψεφύτεψαν, φυτέψαν(ε)φυτεύτηκεφυτεύτηκαν, φυτευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω φυτέψει
έχω φυτεμένο
έχουμε φυτέψει
έχουμε φυτεμένο
έχω φυτευτεί
είμαι φυτεμένος, -η
έχουμε φυτευτεί
είμαστε φυτεμένοι, -ες
έχεις φυτέψει
έχεις φυτεμένο
έχετε φυτέψει
έχετε φυτεμένο
έχεις φυτευτεί
είσαι φυτεμένος, -η
έχετε φυτευτεί
είστε φυτεμένοι, -ες
έχει φυτέψει
έχει φυτεμένο
έχουν φυτέψει
έχουν φυτεμένο
έχει φυτευτεί
είναι φυτεμένος, -η, -ο
έχουν φυτευτεί
είναι φυτεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φυτέψει
είχα φυτεμένο
είχαμε φυτέψει
είχαμε φυτεμένο
είχα φυτευτεί
ήμουν φυτεμένος, -η
είχαμε φυτευτεί
ήμαστε φυτεμένοι, -ες
είχες φυτέψει
είχες φυτεμένο
είχατε φυτέψει
είχατε φυτεμένο
είχες φυτευτεί
ήσουν φυτεμένος, -η
είχατε φυτευτεί
ήσαστε φυτεμένοι, -ες
είχε φυτέψει
είχε φυτεμένο
είχαν φυτέψει
είχαν φυτεμένο
είχε φυτευτεί
ήταν φυτεμένος, -η, -ο
είχαν φυτευτεί
ήταν φυτεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φυτεύωθα φυτεύουμε, θα φυτεύομεθα φυτεύομαιθα φυτευόμαστε
θα φυτεύειςθα φυτεύετεθα φυτεύεσαιθα φυτεύεστε, θα φυτευόσαστε
θα φυτεύειθα φυτεύουν(ε)θα φυτεύεταιθα φυτεύονται
Fut
ur
θα φυτέψωθα φυτέψουμε, θα φυτέψομεθα φυτευτώθα φυτευτούμε
θα φυτέψειςθα φυτέψετεθα φυτευτείςθα φυτευτείτε
θα φυτέψειθα φυτέψουν(ε)θα φυτευτείθα φυτευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φυτέψει
θα έχω φυτεμένο
θα έχουμε φυτέψει
θα έχουμε φυτεμένο
θα έχω φυτευτεί
θα είμαι φυτεμένος, -η
θα έχουμε φυτευτεί
θα είμαστε φυτεμένοι, -ες
θα έχεις φυτέψει
θα έχεις φυτεμένο
θα έχετε φυτέψει
θα έχετε φυτεμένο
θα έχεις φυτευτεί
θα είσαι φυτεμένος, -η
θα έχετε φυτευτεί
θα είστε φυτεμένοι, -ες
θα έχει φυτέψει
θα έχει φυτεμένο
θα έχουν φυτέψει
θα έχουν φυτεμένο
θα έχει φυτευτεί
θα είναι φυτεμένος, -η, -ο
θα έχουν φυτευτεί
θα είναι φυτεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φυτεύωνα φυτεύουμε, να φυτεύομενα φυτεύομαινα φυτευόμαστε
να φυτεύειςνα φυτεύετενα φυτεύεσαινα φυτεύεστε, να φυτευόσαστε
να φυτεύεινα φυτεύουν(ε)να φυτεύεταινα φυτεύονται
Aoristνα φυτέψωνα φυτέψουμε, να φυτέψομενα φυτευτώνα φυτευτούμε
να φυτέψειςνα φυτέψετενα φυτευτείςνα φυτευτείτε
να φυτέψεινα φυτέψουν(ε)να φυτευτείνα φυτευτούν(ε)
Perfνα έχω φυτέψει
να έχω φυτεμένο
να έχουμε φυτέψει
να έχουμε φυτεμένο
να έχω φυτευτεί
να είμαι φυτεμένος, -η
να έχουμε φυτευτεί
να είμαστε φυτεμένοι, -ες
να έχεις φυτέψει
να έχεις φυτεμένο
να έχετε φυτέψει
να έχετε φυτεμένο
να έχεις φυτευτεί
να είσαι φυτεμένος, -η
να έχετε φυτευτεί
να είστε φυτεμένοι, -ες
να έχει φυτέψει
να έχει φυτεμένο
να έχουν φυτέψει
να έχουν φυτεμένο
να έχει φυτευτεί
να είναι φυτεμένος, -η, -ο
να έχουν φυτευτεί
να είναι φυτεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφύτευεφυτεύετεφυτεύεστε
Aoristφύτεψεφυτέψτε, φυτεύτεφυτέψουφυτευτείτε
Part
izip
Presφυτεύοντας
Perfέχοντας φυτέψει, έχοντας φυτεμένοφυτεμένος, -η, -οφυτεμένοι, -ες, -α
InfinAoristφυτέψειφυτευτεί




Griechische Definition zu φυτεύω

φυτεύω [fitévo] -ομαι : 1α. βάζω σπόρο ή ρίζα νεαρού φυτού μέσα στο έδαφος, σε χώμα, για να αναπτυχθεί: φυτεύω τριανταφυλλιές / πορτοκαλιές / πατάτες / ντομάτες. Aποφασίστηκε να φυτευτούν νέα δέντρα στη θέση των καμένων. Άρχισαν την αναδάσωση και πρώτος ο δήμαρχος φύτεψε ένα δέντρο. β. καλύπτω μια έκταση με φυτά: H πλαγιά είναι φυτεμένη με ελιές. Mην πατάς το χωράφι, γιατί είναι φυτεμένο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φυτεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15