anhören
  Verb

DeutschGriechisch
Muss ich diese Nummer jeden Tag anhören?Είναι απαραίτητο να τ'ακούω αυτό κάθε μέρα;
Ich muss dein Geschwätz nicht anhören.-Δεν χρειάζεται να σε ακούω να μιλάς έτσι.
Mama, ich werde mir diese Sachen über Julie nicht anhören!Μητέρα, δεν ακούω ούτε λέξη σε βάρος της Τζούλι!
Ich hab echt genug. Soll ich mir das die ganze Nacht anhören?Ξυπνάω στις 6, δε θα κάτσω να σας ακούω να τρώγεστε.
Ich muss mir das alles anhören. Ich werde verdummen.Πρέπει ν'ακούω αυτές τις ανοησίες.
Ich will Tag und Nacht Radio hören und mir den Tonfall anhören.Ν΄ακούω ράδιο μέρα νύχτα, να συνηθίσω τη γλώσσα τους.
Mehrere Monate nach der Beerdigung... musste ich mir die traurigen Details seiner Geschäfte anhören.Αρκετούς μήνες μετά την κηδεία... έπρεπε να ακούω τις καταθλιπτικές επαγγελματικές λεπτομέρειες.
Ich kann mir solchen Unsinn nicht länger anhören.Δεν μπορώ να καθήσω εδώ και να ακούω τέτοιες ανοησίες.
Ich muss mir Eure Sprichwörter nicht anhören.Δεν είμαι υποχρεωμένος ν' ακούω τα ρητά σου.
Solange ich mir nicht mehr Ihr verrücktes Gefasel anhören muss.Καλύτερα να πεθάνω παρά να ακούω το παραλήρημά σου.

Deutsche Synonyme zu anhören

  • anhören
  • mithören
  • zuhören

Ähnliche Wörter zu anhören

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik




ΑΚΟΥΩ
I hear
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ακούωακούουμεακούγομαιακουγόμαστε
ακούςακούτεακούγεσαιακούγεστε, ακουγόσαστε
ακούειακούν(ε)ακούγεταιακούγονται
Imper
fekt
άκουγαακούγαμεακουγόμουν(α)ακουγόμαστε, ακουγόμασταν
άκουγεςακούγατεακουγόσουν(α)ακουγόσαστε, ακουγόσασταν
άκουγεάκουγαν, ακούγαν(ε)ακουγόταν(ε)ακούγονταν, ακουγόντανε, ακουγόντουσαν
Aoristάκουσαακούσαμεακούστηκαακουστήκαμε
άκουσεςακούσατεακούστηκεςακουστήκατε
άκουσεάκουσαν, ακούσαν(ε)ακούστηκεακουστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ακούσειέχουμε ακούσειέχω ακουστείέχουμε ακουστεί
έχεις ακούσειέχετε ακούσειέχεις ακουστείέχετε ακουστεί
έχει ακούσειέχουν ακούσειέχει ακουστείέχουν ακουστεί
Plu
per
fect
είχα ακούσειείχαμε ακούσειείχα ακουστείείχαμε ακουστεί
είχες ακούσειείχατε ακούσειείχες ακουστείείχατε ακουστεί
είχε ακούσειείχαν ακούσειείχε ακουστείείχαν ακουστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ακούωθα ακούμεθα ακούγομαιθα ακουγόμαστε
θα ακούςθα ακούτεθα ακούγεσαιθα ακούγεστε, θα ακουγόσαστε
θα ακούειθα ακούν(ε)θα ακούγεταιθα ακούγονται
Fut
ur
θα ακούσωθα ακούσουμε, θα ακούσομεθα ακουστώθα ακουστούμε
θα ακούσειςθα ακούσετεθα ακουστείςθα ακουστείτε
θα ακούσειθα ακούσουν(ε)θα ακουστείθα ακουστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ακούσειθα έχουμε ακούσειθα έχω ακουστείθα έχουμε ακουστεί
θα έχεις ακούσειθα έχετε ακούσειθα έχεις ακουστείθα έχετε ακουστεί
θα έχει ακούσειθα έχουν ακούσειθα έχει ακουστείθα έχουν ακουστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ακούωνα ακούομενα ακούγομαινα ακουγόμαστε
να ακούςνα ακούτενα ακούγεσαινα ακούγεστε, να ακουγόσαστε
να ακούεινα ακούν(ε)να ακούγεταινα ακούγονται
Aoristνα ακούσωνα ακούσουμε, να ακούσομενα ακουστώνα ακουστούμε
να ακούσειςνα ακούσετενα ακουστείςνα ακουστείτε
να ακούσεινα ακούσουν(ε)να ακουστείνα ακουστούν(ε)
Perfνα έχω ακούσεινα έχουμε ακούσεινα έχω ακουστείνα έχουμε ακουστεί
να έχεις ακούσεινα έχετε ακούσεινα έχεις ακουστείνα έχετε ακουστεί
να έχει ακούσεινα έχουν ακούσεινα έχει ακουστείνα έχουν ακουστεί
Imper
ativ
Presάκου, άκουγεακούτεακούγεστε
Aoristάκουσεακούστεακουστείτε
Part
izip
Presακούγοντας
Perfέχοντας ακούσειακουσμένος, -η, -οακουσμένοι, -ες, -α
InfinAoristακούσειακουστεί


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback