Schmiermittel
 

λιπαντικό Adj.
(50)

Buchtip (Anzeige)

DeutschGriechisch
Ein Stabilisator, Farbstoff, Aromastoff, Antioxidans, Füllstoff, Lösungsmittel, Trägerstoff, oberflächenaktives Mittel, Weichmacher, Korrosionshemmer, Antischaummittel, Dispergiermittel, Fällungshemmer, Trockenmittel, Bindemittel, Emulgator, Demulgator, Entwässerungsmittel, Agglomerierungsmittel, Haftvermittler, Fließhilfsmittel, pH-Neutralisierungsmittel, Maskierungsmittel, Gerinnungsmittel, Flockungsmittel, Flammschutzmittel, Schmiermittel, Chelatbildner oder Prüfreagens erfüllt seine vorgesehene Funktion, oderένας σταθεροποιητής, μια χρωστική, μια αρωματική ουσία, ένα αντιοξειδωτικό, ένα υλικό πλήρωσης, ένας διαλύτης, ένας φορέας, ένα επιφανειοδραστικό, ένας πλαστικοποιητής, ένας αναστολέας διάβρωσης, ένα αντιαφριστικό ή αποαφριστικό, ένα μέσο διασποράς, ένας παρεμποδιστής καθίζησης, ένα αποξηραντικό, ένα συνδετικό υλικό, ένας γαλακτωματοποιητής, ένας απογαλακτωματοποιητής, ένα αφυδατικό, μια συσσωματική ουσία, ένα επίχρισμα πρόσφυσης, ένας ρυθμιστής ροής, ένας εξουδετερωτής pH, ένας συμπλοκοποιητής, ένα πηκτικό μέσο, ένα κροκιδωτικό μέσο, ένας επιβραδυντής καύσης, ένα λιπαντικό, ένας χηλικός παράγοντας ή ένα αντιδραστήριο ποιοτικού ελέγχου λειτουργούν όπως προβλέπεται· ή

Übersetzung bestätigt

einem wasserlöslichen, bei Raumtemperatur festen Schmiermittel mit einer Dicke von 20 μm oder mehr, jedoch nicht mehr als 200 μmένα υδατοδιαλυτό λιπαντικό πάχους τουλάχιστον 20 μm, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα 200 μm, στερεό σε θερμοκρασία δωματίου,

Übersetzung bestätigt

(Bitte prozentualen Anteil des Öls am Gemisch angeben, wenn Schmiermittel und Kraftstoff gemischt sind.)(αναφέρατε ποσοστό ελαίου στο μείγμα αν το λιπαντικό και το καύσιμο αναμειγνύονται)

Übersetzung bestätigt

einem wasserlöslichen, bei Raumtemperatur festen Schmiermittel mit einer Dicke von 20 μm oder mehr, jedoch nicht mehr als 200 μmένα υδατοδιαλυτό λιπαντικό πάχους τουλάχιστον 20 μm, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα 200 μm, στερεό σε θερμοκρασία δωματίου

Übersetzung bestätigt

Es wirkt als Schmiermittel, das das Tiefbohren und die Bearbeitung bei hoher Geschwindigkeit erleichtert.Λειτουργεί ως λιπαντικό το οποίο διευκολύνει τις εργασίες βαθιάς διάτρησης και υψηλής ταχύτητας.

Übersetzung bestätigt

Deutsche Synonyme
Schmiermittel
Schmierstoff
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback