λιπαντικό  Adj.  [lipantiko]

Etymologie zu λιπαντικό

λιπαντικό substantiviertes Neutrum des Adjektivs λιπαντικός


GriechischDeutsch
ένας σταθεροποιητής, μια χρωστική, μια αρωματική ουσία, ένα αντιοξειδωτικό, ένα υλικό πλήρωσης, ένας διαλύτης, ένας φορέας, ένα επιφανειοδραστικό, ένας πλαστικοποιητής, ένας αναστολέας διάβρωσης, ένα αντιαφριστικό ή αποαφριστικό, ένα μέσο διασποράς, ένας παρεμποδιστής καθίζησης, ένα αποξηραντικό, ένα συνδετικό υλικό, ένας γαλακτωματοποιητής, ένας απογαλακτωματοποιητής, ένα αφυδατικό, μια συσσωματική ουσία, ένα επίχρισμα πρόσφυσης, ένας ρυθμιστής ροής, ένας εξουδετερωτής pH, ένας συμπλοκοποιητής, ένα πηκτικό μέσο, ένα κροκιδωτικό μέσο, ένας επιβραδυντής καύσης, ένα λιπαντικό, ένας χηλικός παράγοντας ή ένα αντιδραστήριο ποιοτικού ελέγχου λειτουργούν όπως προβλέπεται· ήEin Stabilisator, Farbstoff, Aromastoff, Antioxidans, Füllstoff, Lösungsmittel, Trägerstoff, oberflächenaktives Mittel, Weichmacher, Korrosionshemmer, Antischaummittel, Dispergiermittel, Fällungshemmer, Trockenmittel, Bindemittel, Emulgator, Demulgator, Entwässerungsmittel, Agglomerierungsmittel, Haftvermittler, Fließhilfsmittel, pH-Neutralisierungsmittel, Maskierungsmittel, Gerinnungsmittel, Flockungsmittel, Flammschutzmittel, Schmiermittel, Chelatbildner oder Prüfreagens erfüllt seine vorgesehene Funktion, oder

Übersetzung bestätigt

ένα υδατοδιαλυτό λιπαντικό πάχους τουλάχιστον 20 μm, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα 200 μm, στερεό σε θερμοκρασία δωματίου,einem wasserlöslichen, bei Raumtemperatur festen Schmiermittel mit einer Dicke von 20 μm oder mehr, jedoch nicht mehr als 200 μm

Übersetzung bestätigt

(αναφέρατε ποσοστό ελαίου στο μείγμα αν το λιπαντικό και το καύσιμο αναμειγνύονται)(Bitte prozentualen Anteil des Öls am Gemisch angeben, wenn Schmiermittel und Kraftstoff gemischt sind.)

Übersetzung bestätigt

ένα υδατοδιαλυτό λιπαντικό πάχους τουλάχιστον 20 μm, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα 200 μm, στερεό σε θερμοκρασία δωματίουeinem wasserlöslichen, bei Raumtemperatur festen Schmiermittel mit einer Dicke von 20 μm oder mehr, jedoch nicht mehr als 200 μm

Übersetzung bestätigt

Λειτουργεί ως λιπαντικό το οποίο διευκολύνει τις εργασίες βαθιάς διάτρησης και υψηλής ταχύτητας.Es wirkt als Schmiermittel, das das Tiefbohren und die Bearbeitung bei hoher Geschwindigkeit erleichtert.

Übersetzung bestätigt


Synonyme zu λιπαντικό

  • λάδι μηχανής
  • μηχανέλαιο

Ähnliche Bedeutung wie λιπαντικό

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu λιπαντικό

Deutsche Synonyme zu λιπαντικό


Grammatik

Noch keine Grammatik zu λιπαντικό.



Griechische Definition zu λιπαντικό

λιπαντικός -ή -ό [divpandikós] : 1. που είναι χρήσιμος, κατάλληλος για τη λίπανση1, που αναφέρεται σε αυτή: Λιπαντικές μέθοδοι / ουσίες. Λιπαντικά υλικά / υγρά / λάδια. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback