{η}  έφεση Subst.  [efesi, efesh]

{die}    Subst.
(269)
{die}    Subst.
(1)

Etymologie zu έφεση

έφεση altgriechisch ἔφεσις


GriechischDeutsch
Εκκρεμεί έφεση στο εφετείο του Μιλάνου από τον Σεπτέμβριο του 2007.Berufung seit September 2007 anhängig beim Berufungsgericht von Mailand.

Übersetzung bestätigt

Η Vtesse επισημαίνει καταρχάς ότι, μετά την απόφαση που εξέδωσε τον Μάρτιο του 1998 το φορολογικό δικαστήριο Valuation Tribunal, με την οποία επιβεβαιωνόταν ότι η μέθοδος των εσόδων και δαπανών έπρεπε να εφαρμοσθεί ως προς το δίκτυο της BT και ότι η φορολογητέα αξία της ήταν 553000000 GBP όσον αφορά την Αγγλία και Ουαλία, η BT άσκησε έφεση κατά της απόφασης ενώπιον του Lands Tribunal.Vtesse weist zunächst darauf hin, dass BT nach dem Urteil des Bewertungsgerichts vom März 1998, das bestätigte, dass die Einnahmenund Ausgabenmethode auf das Netz von BT anzuwenden ist und dass sich der steuerpflichtige Wert für England und Wales auf 553 Mio. GBP beläuft, vor dem Lands Tribunal gegen das Urteil Berufung eingelegt hat.

Übersetzung bestätigt

Οι εκδιδόμενες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων στις διαδικασίες που διεξάγονται στα πλαίσια αγωγών και ανταγωγών που προβλέπονται στο άρθρο 96 υπόκεινται σε έφεση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων.Gegen Entscheidungen der Gemeinschaftsmarkengerichte erster Instanz über Klagen und Widerklagen nach Artikel 96 findet die Berufung bei den Gemeinschaftsmarkengerichten zweiter Instanz statt.

Übersetzung bestätigt

Εκκρεμεί έφεση στο Εφετείο του Μιλάνου του Σεπτεμβρίου του 2007.Berufung seit September 2007 anhängig beim Berufungsgericht von Mailand.

Übersetzung bestätigt

Ο Εισαγγελέας του Μιλάνου άσκησε έφεση που εκκρεμεί από το Σεπτέμβριο του 2007.» υπό τον τίτλο «Φυσικά πρόσωπα» αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:Berufung durch den Staatsanwalt von Mailand, anhängig seit September 2007.“ folgende Fassung:

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu έφεση

έφεση η [éfesi] : ένδικο μέσο με το οποίο ζητείται η επανεξέταση σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο (εφετείο) μιας υπόθεσης που εκδικάστηκε σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο και του οποίου η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη: Οι καταδικασθέντες άσκησαν / έκαναν έφεση. Ο εισαγγελέας άσκησε έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης. H υπόθεση δικάζεται κατ΄ έφεσιν. H άσκηση έφεσης δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα.

[λόγ. < ελνστ. ἔφε(σις) -ση, αρχ. σημ.: `ρίξιμο΄]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback