όρεξη  

  • Lust
  • Appetit

Beispielsätze

Mου κόπηκε η όρεξη.

Kαλή όρεξη!

Έχω όρεξη να παίξω χαρτιά. Και εγώ επίσης.

Quelle: enteka, enteka, thanos2731


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

oreksi, oreksh


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ όρεξη ορέξεις
Genitiv όρεξης
& ορέξεως
ορέξεων
Akkusativ όρεξη ορέξεις
Vokativ όρεξη ορέξεις
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15