σηκώνω  

  • hochheben
  • hochziehen
  • hieven

Beispielsätze

Δε σηκώνω αντιρρήσεις.

Quelle: enteka


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

sikono, shkwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
σηκώσει
μετοχή (ενεστώτας)
σηκώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας σηκώνω σηκώνεις σηκώνει σηκώνο(υ)με σηκώνετε σηκώνουν(ε)
παρατατικός σήκωνα σήκωνες σήκωνε σηκώναμε σηκώνατε σήκωναν, σηκώναν(ε)
αόριστος σήκωσα σήκωσες σήκωσε σηκώσαμε σηκώσατε σήκωσαν, σηκώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα σηκώνω θα σηκώνεις θα σηκώνει θα σηκώνο(υ)με θα σηκώνετε θα σηκώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα σηκώσω θα σηκώσεις θα σηκώσει θα σηκώσο(υ)με θα σηκώσετε θα σηκώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω σηκώσει έχεις σηκώσει έχει σηκώσει έχο(υ)με σηκώσει έχετε σηκώσει έχουν(ε) σηκώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα σηκώσει είχες σηκώσει είχε σηκώσει είχαμε σηκώσει είχατε σηκώσει είχαν(ε) σηκώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω σηκώσει θα έχεις σηκώσει θα έχει σηκώσει θα έχο(υ)με σηκώσει θα έχετε σηκώσει θα έχουν(ε) σηκώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να σηκώνω να σηκώνεις να σηκώνει να σηκώνο(υ)με να σηκώνετε να σηκώνουν(ε)
αόριστος να σηκώσω να σηκώσεις να σηκώσει να σηκώσο(υ)με να σηκώσετε να σηκώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω σηκώσει να έχεις σηκώσει να έχει σηκώσει να έχο(υ)με σηκώσει να έχετε σηκώσει να έχουν(ε) σηκώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας σήκωνε σηκώνετε
αόριστος σήκωσε σηκώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15