ποικίλλω  

  • marmorieren
    upvotedownvote
  • schmücken
    upvotedownvote
  • variieren
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... αποχετευτικό σύστημα. Τα κτίρια που προορίζονταν για τη στέγαση των πολιτών ποίκιλλαν από ιδιαίτερα ταπεινές οικίες μέχρι εξοχικές βίλες. Στην πρωτεύουσα, οι ...

... κατάλογοι δε συμφωνούν προς τη διάρκεια της ποιμαντορίας του, καθώς αυτή εμφανίζεται να ποικίλλει μεταξύ πέντε και εικοσιπέντε ετών. Οικουμενικό Πατριαρχείο ...

... εκαντοντάδες χιλιάδες αστεροειδείς διαφόρων τύπων, των οποίων το μέγεθος ποικίλλει σε πολύ μεγάλο βαθμό, δηλ. από μερικές εκατοντάδες μέτρα (όπως ο Δάκτυλος) ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

pikillo, poikillw


Deutsche Synonyme zu: ποικίλλω

sprenkeln marmorieren ädern masern verzieren aufbrezeln zieren aufputzen verschönern dekorieren schmücken ausschmücken schönmachen garnieren drapieren optisch aufwerten variieren schwanken (sich) (voneinander) unterscheiden unterschiedlich sein voneinander abweichen

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15