θεωρώ  

  • Denke ich
  • ich halte es für meine Pflicht
  • zu …
  • jdn./etw. für ... halten

Beispielsätze

Εγώ θεωρώ ότι ανταμείβεσαι όταν μαθαίνεις ξένες γλώσσες.

Τον θεωρώ φίλο μου.

Quelle: ggia, pinkmpnster


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

theoro, thewrw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
θεωρήσει
μετοχή (ενεστώτας)
θεωρώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας θεωρώ θεωρείς θεωρεί θεωρούμε θεωρείτε θεωρούν
παρατατικός θεωρούσα θεωρούσες θεωρούσε θεωρούσαμε θεωρούσατε θεωρούσαν
αόριστος θεώρησα θεώρησες θεώρησε θεωρήσαμε θεωρήσατε θεώρησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα θεωρώ θα θεωρείς θα θεωρεί θα θεωρούμε θα θεωρείτε θα θεωρούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα θεωρήσω θα θεωρήσεις θα θεωρήσει θα θεωρήσουμε θα θεωρήσετε θα θεωρήσουν
παρακείμενος α' έχω θεωρήσει έχεις θεωρήσει έχει θεωρήσει έχουμε θεωρήσει έχετε θεωρήσει έχουν θεωρήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα θεωρήσει είχες θεωρήσει είχε θεωρήσει είχαμε θεωρήσει είχατε θεωρήσει είχαν θεωρήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω θεωρήσει θα έχεις θεωρήσει θα έχει θεωρήσει θα έχουμε θεωρήσει θα έχετε θεωρήσει θα έχουν θεωρήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να θεωρώ να θεωρείς να θεωρεί να θεωρούμε να θεωρείτε να θεωρούν
αόριστος να θεωρήσω να θεωρήσεις να θεωρήσει να θεωρήσουμε να θεωρήσετε να θεωρήσουν
παρακείμενος α' να έχω θεωρήσει να έχεις θεωρήσει να έχει θεωρήσει να έχουμε θεωρήσει να έχετε θεωρήσει να έχουν θεωρήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας θεώρει θεωρείτε
αόριστος θεώρησε θεωρήστε
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15